Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

ΓΥΝΑΙΚΑ – Η "ΠΑΝΙΣΧΥΡΗ ΓΑΙΑ"



Ποιος είναι ο ρόλος της γυναίκας στην αιώνια πάλη του ανθρώπου για επιβίωση, για καταξίωση μέσα στην πανίσχυρη φύση ένα μικρό κομμάτι της οποίας αποτελεί?

Από τη γέννηση οι ρόλοι των δύο φύλων είναι άρρηκτα δεμένοι μεταξύ τους. Η αλληλεπίδραση αυτή υπήρξε το θεμέλιο για τη φυσική εξέλιξη όλων σχεδόν των ζώντων οργανισμών συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων. Και το κακό αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος, με την έπαρση που του προσδίδει η πνευματική υπεροχή απέναντι στα άλλα γήινα όντα, αποφασίζει να διαχωρίσει τους ρόλους αυτούς.

Οι παμπάλαιοι άγραφοι νόμοι που λειτουργούν αυτόματα και αταβιστικά, καθορίζουν τη θέση και τα δικαιώματα της γυναίκας ακόμα και σήμερα και βασίζονται σε ισχυρές ιδεολογικοθρησκευτικές επιταγές της ανδροκρατούμενης κοινωνίας που έχουν διαμορφώσει τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τα πιστεύω του μέσου ανθρώπου. Να θυμηθούμε ότι τα μεγάλα θρησκευτικά δόγματα ανέκαθεν προειδοποιούσαν τους άντρες για την ικανότητα των γυναικών στην αποπλάνηση. Παραδείγματα έχουμε πολλά: Τον Σαμψών και τη Δαλιδά, τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα και βέβαια ας μην ξεχνάμε τον Αδάμ και την Εύα. Έτσι, η γυναικεία σεξουαλικότητα υπήρξε πάντα αντικείμενο για τελετουργίες και απαγορεύσεις (ταμπού) που όριζαν πότε μια γυναίκα μπορεί να κάνει έρωτα και με ποιόν και συμπαρέσυρε τη γενική αντιμετώπιση που της επεφύλασσε το αντρικό γένος.



Τα αρσενικά της Παλαιολιθικής εποχής, δρασκελίζοντας ένα σημαντικό διανοητικό κατώφλι, άρχισαν να λατρεύουν τη γυναικεία φύση (Μητέρα –Γη) θεωρώντας πως το άλλο φύλο ήταν ένα είδος διαμεσολαβητή ανάμεσα στον άντρα και τα μυστήρια της φύσης. Οι πρώιμοι άνθρωποι για χιλιάδες χρόνια δεν κατανοούσαν τη σχέση ανάμεσα στη σεξουαλική επαφή και τη γέννηση. Αυτό σήμαινε ότι ο ρόλος του άντρα στη διαδικασία της αναπαραγωγής ήταν άγνωστος όπως άγνωστο είναι και το πότε συνειδητοποίησε αυτή τη σχέση. Το πιο πιθανό είναι ότι με την εξημέρωση των ζώων οι άνθρωποι παρατήρησαν πως μόνο με τα θηλυκά δεν γινόταν αναπαραγωγή του είδους και άρα το αρσενικό ήταν απαραίτητο.
Με τη συνειδητοποίηση αυτής της σχέσης ανάμεσα στην ερωτική πράξη και την αναπαραγωγή καθώς και της βιολογικής τους πατρότητας, οι άντρες σταδιακά αντικατέστησαν τη Μητέρα-Θεά του παρελθόντος με αρσενικό θεό. Αυτή η πατριαρχική επανάσταση που σάρωσε όλο τον κόσμο πριν από περίπου 35 000 χρόνια, θεμελιώθηκε πάνω στη μυθολογική μεταμόρφωση, γνωστή ως «ηλιοποίηση», τη νίκη του αρσενικού ηλιακού θεού πάνω στη θηλυκή σεληνιακή θεά. Αυτό επέφερε την κατάρρευση των θηλυκοκεντρικών λατρειών της γονιμότητας.



Ακολούθησε η ελληνική ορθολογιστική σκέψη που μετατόπισε συμβολικά το κέντρο της δημιουργικής δύναμης από τη θηλυκή μήτρα στον αρσενικό εγκέφαλο (γέννηση της Αθηνάς από το κεφάλι του Δία), δημιουργώντας έτσι τη μεγάλη δυτική παραμόρφωση που βιώνουμε ακόμα και σήμερα, αποδίδοντας μεγαλύτερη σημασία στο πνεύμα (ο εγκέφαλος) παρά στη φύση (η μήτρα) , στην αφηρημένη Ιδέα παρά στην ίδια τη χειροπιαστή Ζωή. Η υποβάθμιση της θηλυκής αρχής οδήγησε στον υποβιβασμό της κοινωνικής θέσης της γυναίκας που έφτασε στο ναδίρ της την εποχή του Περικλή. Την ίδια εποχή η τέχνη έφτανε στο απόγειό της, η φιλοσοφία και οι επιστήμες υμνούσαν και εξιδανίκευαν το δυνατό, ελεύθερο και όμορφο σώμα, αντρικό και γυναικείο. Ο ελληνικός βίος βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των θεών, αρσενικών και θηλυκών, που ρύθμιζαν τις τύχες των ανθρώπων και κυβερνούσαν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εν τούτοις, οι αρχαίοι Έλληνες, νουθετούν τις γυναίκες να υπομένουν από τους άντρες τους τη δηκτικότητα, τα παράπονα, τη ζήλια, την κακοποίηση και όλες τις άλλες ιδιορρυθμίες τους! Και διαχωρίζουν τη γυναίκα ανάλογα με την ιδιότητά της ως αντικείμενου ερωτικής ικανοποίησης. Ο ρήτορας Δημοσθένης αναφέρει χαρακτηριστικά: «τις εταίρες τις έχουμε για το θέλγητρο της ζωής, τις παλλακίδες για τις καθημερινές σεξουαλικές ανάγκες μας, τις γυναίκες να μας κάνουν παιδιά γνήσια και να είναι πιστοί φύλακες του νοικοκυριού». Στον Σιμωνίδη τον Αμοργίτη (6οο π.Χ.) δίνεται η σαφής εικόνα της διταξικής κοινωνικής θέσης των γυναικών: «Ο Δίας έπλασε τη γυναίκα σαν το μεγαλύτερο από όλα τα δεινά και μας έδεσε μ ‘αυτό με ακατάλυτους δεσμούς».
Η πολιτισμική αυτή διαστρέβλωση παρέμεινε για ικανό χρονικό διάστημα, άγνωστη στους ανατολικούς πολιτισμούς, όπου είχε διατηρηθεί μια κάπως πιο αρμονική ισορροπία ανάμεσα στα δύο φύλα, διαπότισε όμως τη δυτική ανθρωπο-οικολογία παρουσιάζοντας τα θηλυκά ως κατώτερα ή ατελή όντα.
Συνέπεια υπήρξε η πρώτη «φεμινιστική» αντίδραση που ξεκίνησε με τον Ευριπίδη, ιδιαίτερα μέσα από τη «Μήδεια» του, εκφράστηκε από τον Αριστοφάνη και λίγο αργότερα από τον Αριστοτέλη και κορυφώθηκε με τα απελευθερωτικά κινήματα των Ρωμαίων γυναικών.



Σύμφωνα με το Ρωμαϊκό δίκαιο απαγορευόταν στις γυναίκες να κατέχουν δημόσια αξιώματα. Το 195 π.Χ. πραγματοποιείται η πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη διαμαρτυρία των γυναικών, όταν οι Ρωμαίες συγκεντρώθηκαν και απαίτησαν την κατάργηση του Οππιανού Νόμου που δήμευε ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας τους και τους απαγόρευε να διαθέτουν το υπόλοιπο σε ρούχα και άμαξες. Η αντίδραση της Ρωμαίας γυναίκας στην υποτέλεια που της επέβαλε η Ρωμαϊκή νομοθεσία και οι συνθήκες ζωής της κατέστρεψε τελικά το ηθικό κοινωνικό πλαίσιο και την οικογενειακή δομή της Ρώμης, μείωσε δραστικά τον αριθμό των γεννήσεων και κλόνισε το ρωμαϊκό πολιτισμό από τα μέσα πριν τον καταστρέψουν από τα έξω οι κατακτητές.

Η ανισορροπία στις σχέσεις των δύο φύλων αμβλύνθηκε προσωρινά από τη γέννηση των νέων αξιών του Χριστιανισμού με την έννοια της σύνθεσης ανάμεσα στις δύο αρσενικές τάσεις, (την ιστορική, ορθολογιστική των αρχαίων Ελλήνων), και τη θηλυκοκεντρική λατρεία της γονιμότητας των αρχαιοτέρων πολιτισμών.

Στο Χριστιανισμό, η μητέρα αποτέλεσε το πρωταρχικό ιδεώδες. Η ενσάρκωση της Παναγίας ως μητέρας-τροφού στο πατριαρχικό σύστημα, όπως εμπλουτίστηκε, δυνάμωσε και εξελίχθηκε με την καθιέρωση του χριστιανισμού, ήταν η πιο θετική για τις γυναίκες. Αν η αρχαία Αθηναία μητέρα είχε καθήκον την ανατροφή των παιδιών, με το χριστιανισμό αυτό το καθήκον προσαυξήθηκε και αναγορεύθηκε σε θεία αρετή.

Η γέννηση της ρομαντικής αγάπης υποδήλωνε πως η εξιδανικευμένη αγάπη του άντρα για τη γυναίκα συμβόλιζε την αναζήτηση για την ίδια του την ψυχή, όπως ακριβώς ο παλαιολιθικός φόβος των μακρινών προγόνων του για το θηλυκό, συμβόλιζε το φόβο του για τις μυστηριώδεις δυνάμεις της φύσης.

Το Μεσαίωνα, η χριστιανική σύνθεση αρσενικό – θηλυκό, κατέρρευσε και το θηλυκό στοιχείο του χριστιανισμού, η Παρθένος, εξοβελίστηκε, ιδιαίτερα κατά τη Μεταρρύθμιση, ενώ ο σκοταδισμός και η θρησκευτική μισαλλοδοξία που χαρακτήριζε την περίοδο εκείνη οδήγησε σε τρομερά εγκλήματα κατά του γυναικείου φύλου. Το μεσαιωνικό χριστιανικό σκοτάδι που οπισθοδρόμησε και ευνούχισε τη σκέψη και τη γνώση δεν μπορούσε παρά να λειτουργήσει ανασταλτικά για τις γυναίκες και να ενισχύσει την ήδη αρνητική συμπεριφορά της ανδροκρατικής κοινωνίας απέναντί τους Οι ηθικές αρετές του χριστιανισμού μετασχηματίστηκαν αφού διαπότισαν θεσμούς και νομοθεσία, στηρίζοντας τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς του κράτους στη μεταχριστιανική περίοδο.

Έτσι άρχισε και ο δρόμος των γυναικών προς την Ιερά Εξέταση. Ιδιότητες των γυναικών που στα προχριστιανικά πατριαρχικά συστήματα αποτελούσαν αντικείμενα σεβασμού ή και φόβου, όπως οι θεραπεύτριες και οι μάντισσες, έγιναν ηθικές απαξίες που χαρακτήριζαν τις γυναίκες ως μάγισσες και τις προόριζαν για την πυρά. Η σεξουαλικότητα της γυναίκας έγινε συνώνυμη με την αμαρτία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από κείμενο Φραγκισκανού Μοναχού του 13ου αι, που είχε ανθολογήσει ρήσεις συγχρόνων του στοχαστών: «Η γυναίκα είναι το κεφάλι της αμαρτίας, μια μηχανή του Διαβόλου, διωγμένη από τον παράδεισο, μάνα της ενοχής, διαφθορά των αρχαίων νόμων»



Κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, η θεϊκότητα της μητρότητας και των γυναικείων αρετών της παρέμεινε ακατάλυτη, αλλά, παρόλο που αναθεωρήθηκαν δίκαιο και θεσμοί, η γυναίκα εξακολούθησε να θεωρείται κατώτερο ον. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κατά τα άλλα άθεος και διαφωτιστής Ρουσσώ, που έγραψε τόσο παθιασμένα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αποτίναξη της τυραννίας, στο Κοινωνικό Συμβόλαιο αναφέρει: «τα θηλυκά πρέπει να εκπαιδεύονται ώστε να υποφέρουν το ζυγό από την αρχή, έτσι δεν θα μπορούν να τον διακρίνουν, ακόμα να κυριαρχούν στις ιδιοτροπίες τους, αλλά και να υποτάσσονται στη βούληση των άλλων». Και στον Αιμίλιο γράφει: « μια γυναίκα πρέπει να μαθαίνει να είναι παθητική και υπάκουη, μετριοπαθής και αγνή, να υπομένει την αδικία, και να υποφέρει τα δεινά που της επιβάλλει ο άντρας της χωρίς διαμαρτυρία».
Τα επαναστατικά κινήματα του 18ου αι. με αποκορύφωμα τη Γαλλική Επανάσταση άνοιξαν το δρόμο σε πιο δυναμικές αντιδράσεις του γυναικείου φύλου ενάντια στην καταπίεση. Το 1793, παράλληλα με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου από τη Συντακτική Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης, η Ολυμπία Ντε Γκουζ, η Λουϊζ Λε Κομπ και άλλες γυναίκες, πρόβαλαν σε 17 άρθρα τα δικαιώματα των γυναικών, μπροστά από το Δήμο του Παρισιού, αρχίζοντας με τα παρακάτω λόγια: « Αν η γυναίκα έχει το δικαίωμα να ανεβαίνει στη λαιμητόμο, έχει το δικαίωμα να ανεβαίνει και στο Βήμα".

Από όσα είπαμε, φαίνεται η εξέλιξη της θέσης της γυναίκας από τους αρχέγονους χρόνους μέχρι τη χρονική περίοδο που ανατέλλει η βιομηχανική επανάσταση. Η εξέλιξη αυτή ακολουθεί τη μεταβολή των θεοκρατικών αντιλήψεων και της φιλοσοφίας.

Αλλά είναι γνωστό ότι η εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος συμβαδίζει με τη μετατροπή των οικονομικών συνθηκών και των οικονομικών σχέσεων των ανθρώπων και των κοινωνιών. Ο πρωτόγονος άνθρωπος, χαμένος στην αμάθεια, θεοποίησε τη μητρότητα και λάτρεψε τη θεά Σελήνη. Ολίγον κατ’ ολίγον με τη συνειδητοποίηση ότι η μυϊκή του δύναμη ήταν εκείνη που έφερνε το κυνήγι-τροφή στην οικογένεια και την προστάτευε από εξωτερικούς ή φυσικούς εχθρούς, ο άντρας άρχισε να παίρνει τη θέση του αρχηγού και η γυναίκα άρχισε να περιορίζεται στον αδιαμφισβήτητο και άβατο στο αντρικό γένος ρόλο της, στην μητρότητα και στο σπίτι. Μέχρι και τη φεουδαρχική εποχή στη Δυτική κοινωνία η αντρική ρώμη υπηρετούσε την ασφάλεια της κοινωνίας και τους διαχρονικούς από το παρελθόν και μέχρι τότε οικονομικούς δεσμούς. Η κυριαρχία του άντρα παρέμενε. Η έκφραση των φιλοσοφικών και θρησκευτικών θεωρήσεων που προανέφερα στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα δεν ήταν παρά η έκφραση της αντρικής κυριαρχίας.



Η εξέλιξη του οικονομικού συστήματος μετά τον Μεσαίωνα με αρχή την Βιομηχανική Επανάσταση τον 19ο αι. και μέχρι σήμερα που επικρατεί παγκόσμια ο νόμος της αγοράς, προσδιορίζει και την εξέλιξη της γυναίκας από τότε μέχρι σήμερα. Από τη βιομηχανική Επανάσταση, η γυναίκα αρχίζει να συμμετέχει στην παραγωγή και την ικανοποίηση των βιοποριστικών αναγκών: εργάτριες στα εργοστάσια, καπελούδες κλπ…Ταυτόχρονα διατηρεί ως αποκλειστικό «προνόμιο» τη γέννηση, την ανατροφή των παιδιών και την ευθύνη του σπιτιού. Ο άντρας, από την κληρονομιά του παρελθόντος, παραμένει αυτονόητα το ηγετικό στοιχείο στην κοινωνία και επικεφαλής των οικονομικών και λοιπών δραστηριοτήτων.

Η «δευτερεύουσα» θέση της γυναίκας που της έταξε η διανομή των ρόλων των δύο φύλων στο οικονομικό γίγνεσθαι είναι γεγονός αυτό τούτο διάκρισης, στέρησης δικαιωμάτων και καταπίεσης. Ακόμα και στη νεώτερη εποχή αυτής της περιόδου κατά την οποία η γυναίκα άρχισε να εργάζεται, η «ταπεινή» συμμετοχή της στην παραγωγή και την οικονομία, χαρακτηρίζεται από το φτηνό γυναικείο μεροκάματο και την οικονομική εκμετάλλευση. Βέβαια η παράλληλη ευθύνη της γυναίκας για τα παιδιά και το σπίτι θεωρείται υποχρέωση ιδεολογικού περιεχομένου και δεν τίθεται ζήτημα για ανταπόδοση στη δραστηριότητά της αυτή: ως και στους δούλους του παρελθόντος η αμοιβή είναι το φαγητό και η στέγη.
Σήμερα στη δυτική κοινωνία ο μετασχηματισμός των οικονομικών δομών επέφερε τη συμμετοχή της γυναίκας στις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές εκφράσεις της ζωής. Άρχισαν πλέον να γίνονται παραδεκτές οι ικανότητες του γυναικείου φύλου ως ανθρώπινου όντος και η γυναίκα αναλαμβάνει ρόλους πέραν των παραδοσιακών του σπιτιού και της εργάτριας, ρόλος που γίνεται ολοένα και πιο φανερός και ουσιώδης.

Το σημερινό παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα μεγεθύνει τις ανισότητες μεταξύ των κρατών και των κοινωνικών ομάδων στα όρια κάθε χώρας. Ενώ κάποιες χώρες του δυτικού κόσμου έχουν κατακτήσει ένα αξιόλογο επίπεδο διαβίωσης και πολιτισμού, στον αντίποδα αυτών οι χώρες του τρίτου κόσμου βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Στο ενδιάμεσο οι αναπτυσσόμενες χώρες προσπαθούν να επιβιβαστούν στο τραίνο της παγκοσμιοποίησης με βίαιες, πολλές φορές, μεταλλάξεις. Οι οικονομικές αυτές ανισότητες σηματοδοτούν αντίστοιχες ανισότητες στη θέση των γυναικών. Στις προηγμένες χώρες οι γυναίκες κατακτούν τη θέση τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή. Ταυτόχρονα, στις κοινωνικές παρυφές των χωρών αυτών οι γυναίκες των φτωχών μη προνομιούχων τάξεων διαβιώνουν με όρους αντίστοιχους του Μεσαίωνα. Μέτρο της καταπίεσης των γυναικών αυτών είναι τα στοιχεία που διαθέτουμε για τη σωματεμπορία των γυναικών. Εκτιμάται ότι έως και 120.000 γυναίκες και παιδιά αποτελούν αντικείμενο εμπορίας στην Ευρώπη κάθε χρόνο. Πολλές από αυτές αγοράζονται και πωλούνται με σκοπό την εξώθηση σε πορνεία, κακοποιούνται, φυλακίζονται, βιάζονται και ορισμένες φορές σκοτώνονται.

Ευνόητα, στις μη αναπτυγμένες χώρες τα πράγματα για τη γυναίκα είναι χειρότερα που διαβιώνει σε μεσαιωνικές συνθήκες και υφίσταται την εκμετάλλευση του άντρα η οποία φτάνει στα όρια της κακοποίησης (εξώθηση σε πορνεία, ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων, ξυλοδαρμοί κλπ). Στο ενδιάμεσο, η θέση της γυναίκας στις αναπτυσσόμενες χώρες χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητες και καταγραφή όλων των καταστάσεων που προανέφερα: από τη γυναίκα – ηγετικό στοιχείο μέχρι την πλήρως εξαρτημένη από τον άντρα και πολλές φορές κακοποιούμενη γυναίκα.

Όσα προανέφερα περιγράφουν με συνοπτικό τρόπο τη θέση της γυναίκας από τους αρχέγονους χρόνους μέχρι και σήμερα και αιτιολογούν την εκάστοτε θέση της ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της οικονομίας και της κοινωνίας. Αλλά η οικονομική – κοινωνική αυτή εξέλιξη είναι γνωστό πως χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις. Μέρος των συγκρούσεων αυτών αποτελούν και τα γυναικεία κινήματα από την αρχαιότητα μέχρι το κίνημα της σουφραζέτας στη δυτική κοινωνία στην αρχή του αιώνα.



Ο Φεμινισμός, το μεγαλύτερο και πιο οργανωμένο σύγχρονο γυναικείο κίνημα, έχει ενοχοποιηθεί και έχει απογυμνωθεί από το πολιτιστικό του μήνυμα και την κοινωνιολογική του φόρτιση και η απελευθέρωση της γυναίκας κατ’ επανάληψιν ερμηνεύτηκε σαν αντικοινωνική και περιθωριακή πρόθεση και πράξη.

Οι άνθρωποι της μεσαιωνικής Ευρώπης χρειάστηκαν 12 γενιές μέχρι να συνηθίσουν στην ιδέα πως οι γυναίκες ήταν άξιες σεβασμού. Οι βικτοριανοί 3 γενιές για να παραδεχτούν πως είναι άξιες να ψηφίζουν. Ο σύγχρονος κόσμος προσπάθησε να προσαρμοστεί στην ιδέα μιας σχεδόν πλήρους νομικής και σεξουαλικής ισότητας μέσα σε δυο 10ετίες. Νομοτελειακά θα αναμένει κανείς και τα κινήματα του μέλλοντος στην παγκόσμια κοινωνία με τις ιδιαιτερότητες των κοινωνιών της δύσης, της ανατολής και του τρίτου κόσμου.

(Περιγράφοντας την ουτοπία μου προσβλέπω στην εξελιγμένη παγκόσμια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι θα μπορούν να απολαμβάνουν εξ ίσου τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά αγαθά. Στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας η γυναίκα θα μπορεί να αναδιπλώσει όλες της τις δυνατότητες και να ζήσει ισότιμα με τον άντρα).


Λιάνα Σταρίδα
Αρχαιολόγος
(Διάλεξη στην διημερίδα της Ένωσης Συντακτών Ελληνικού Περιφερειακού Τύπου, 1998)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου