Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009



(http://www.easypedia.gr/)
Ο Amedeo Clemente Modigliani, (12 Ιουλίου 1884 – 24 Ιανουαρίου 1920) ήταν Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης.
Γεννήθηκε στην πόλη Λιβόρνο της Τοσκάνης στην Ιταλία και ξεκίνησε τις σπουδές του στις καλές τέχνες στην Ιταλία πριν μετακομίσει στο Παρίσι το 1906 όπου άρχισε να δημιουργεί το προσωπικό καλλιτεχνικό ύφος του. Φιλάσθενος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, πέθανε σε ηλικία 35 ετών. Το ψευδώνυμο του ήταν Μόντι (Modi).

Όσον αφορά την οικογένεια του, γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε από αστούς γονείς Σεφαρδίτες Ιουδαίους. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί της Ευγενίας και του Φλαμίνιο Μοντιλιάνι. Η γέννησή του συνέπεσε με τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου, που είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό ξεπεσμό της οικογένειας. Η μητέρα του, κόρη αριστοκρατών από τη Μασσαλία, άρχισε τότε να εργάζεται ως μεταφράστρια, κριτικός λογοτεχνίας και δασκάλα σε ιδιαίτερα μαθήματα.

Η υγεία του Μοντιλιάνι ήταν εύθραυστη από τα παιδικά του χρόνια λόγω του ότι είχε αρρωστήσει από φυματίωση. Από νωρίς όμως γνώρισε τον κόσμο της τέχνης και αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Σε ηλικία 14 ετών άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής. Το 1901 γράφτηκε στην Scuola libera di Nudo της Φλωρεντίας. Ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 18 ετών, συνέχισε τα μαθήματα ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας, όπου εμβάθυνε στην ιστορία της τέχνης. Εκεί φαίνεται ότι άρχισε η σχέση του με τα ναρκωτικά, των οποίων έκανε χρήση μέχρι τον θάνατο του. Τρία χρόνια έζησε εκεί σπουδάζοντας και βελτιώνοντας την τεχνική του στην ζωγραφική. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση έργων του Νίτσε τον οδήγησαν να πιστεύει ότι ο μόνος δρόμος για την αληθινή δημιουργικότητα ήταν μέσω της ανυπακοής και της αταξίας.

Όπως όλοι οι φιλόδοξοι καλλιτέχνες της εποχής του, ήταν το όνειρό του να ζήσει στο Παρίσι. Πράγματι, στα τέλη του 1905, σε ηλικία 21 ετών, έμενε ήδη σε ένα ξενοδοχείο στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, ενώ σύντομα μετακόμισε στη Μονμάρτρη. Εκείνο τον καιρό η Μονμάρτη αποτελούσε την συνοικία του Παρισιού που συγκέντρωνε τους περισσότερους καλλιτέχνες και αποτελούσε το επίκεντρο της αβάν γκαρντ.
Εγκαταστάθηκε στο Le Bateau-Lavoir, ένα κοινόβιο για τους αδέκαρους καλλιτέχνες. Σύντομα, άρχισε να απασχολείται έντονα με τη ζωγραφική, επηρεαζόμενος αρχικά από τα έργα του Ανρί ντε Τουλούζ Λωτρέκ μέχρι που ο Πωλ Σεζάν άλλαξε πολλές από τις απόψεις του. Τελικά, ο Μοντιλιάνι ανέπτυξε το δικό του ιδιαίτερο ύφος, το οποίο δύσκολα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με εκείνο άλλων καλλιτεχνών. Παρήγαγε τα έργα του σε σύντομο χρόνο και ποτέ δεν τα ξαναεπεξεργαζόταν. Στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της Μονμάρτρης, έζησε ο Μοντιλιάνι για περίπου τρία χρόνια, προσθέτοντας στις καταχρήσεις και αυτή του αλκοόλ. Η άσχημη, όμως, οικονομική του κατάσταση, τον ανάγκασε να επιστρέψει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην πατρίδα του το Λιβόρνο.

Στο Παρίσι εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον το 1909. Εγκαταστάθηκε στο Μονπαρνάς, λόγω των χαμηλών ενοικίων των κατοικιών. Οι ηδονιστικές του τάσεις ικανοποιούνταν μέσω αγοραίου έρωτα, εως ότου συνάντησε στα 26 του τον πρώτο σοβαρό έρωτα της ζωής του, τη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, η οποία ήταν 21 χρονών και είχε παντρευτεί μόλις πρόσφατα. Έμεναν σε διαμερίσματα του ίδιου κτιρίου και εκεί αναπτύχτηκε η σχέση τους. Ο θυελλώδης έρωτάς τους διήρκησε ένα έτος περίπου, καθώς τα βίαια ξεσπάσματα του Μοντιλιάνι την οδήγησαν να επιστρέψει στο σύζυγό της. Ο Μοντιλιάνι, ζώντας μέσα στην απόγνωση, έφτανε στα άκρα όσον αφορά τους εθισμούς και τις καταχρήσεις.

Στο Μονπαρνάς γνώρισε και συνδέθηκε με τον γλύπτη Κονσταντίν Μπρανκούζι. Στο εργαστήριο του Μπρανκούζι και με την καθοδήγησή του, ο Μοντιλιάνι αφοσιώθηκε στη γλυπτική. Τόσο πολύ τον απορρόφησε η τέχνη αυτή, που εγκατέλειψε σχεδόν ολοκληρωτικά την ζωγραφική για έξι ολόκληρα χρόνια ως το 1915. Ο Μοντιλιάνι δεν έγινε ευρέως γνωστός ως γλύπτης, κυρίως γιατί σώζονται ελάχιστα έργα του όλα θαυμάσια και επηρεασμένα από την πρωτόγονη τέχνη της Αφρικής και της Καμπότζης. Τα περισσότερα από τα έργα του τα κατάστρεψε ο ίδιος.
Αν και μια σειρά γλυπτών του εκτέθηκε στο Φθινοπωρινό Σαλόνι του 1912, εγκατέλειψε ξαφνικά τη γλυπτική και στράφηκε πλήρως στη ζωγραφική. Παράλληλα έκανε και σχέδια για να εξασφαλίζει την απαραίτητη καθημερινή ποσότητα αλκοόλ. Συνήθως έμπαινε σε ένα καφέ κρατώντας χαρτί και μολύβι, ζωγράφιζε επιτόπου τα σχέδια του και τα αντάλλασε με μερικά ποτήρια κρασί.

Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μοντιλιάνι προσπάθησε να καταταγεί στο στρατό αλλά δεν στρατεύτηκε τελικά λόγω της επιβαρυμένης υγείας του. Τα δύσκολα αυτά χρόνια και κυρίως λόγω της βοήθειας του Λέοπολντ Ζμπορόφσκι, ενός εμπόρου τέχνης, έμελλαν να γίνουν τα πιο δημιουργικά για τον καλλιτέχνη. Σε διάστημα περίπου πέντε ετών, από το 1915 έως το 1920, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε πάνω από τριακόσιους πίνακες.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης —και τελικά μοναδικής όσο ζούσε— ατομικής έκθεσής του. Τις αίθουσες της γκαλερί κοσμούσαν γυμνά μεγάλου μεγέθους κι ένα από αυτά τοποθετήθηκε στη βιτρίνα. Η έκθεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και προκλήθηκε κοσμοσυρροή. Λόγω του σκανδάλου που προέκυψε η αστυνομία απαγόρευσε την έκθεση.

Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή έγινε πολύ δύσκολη στο Παρίσι λόγω της έλλειψης τροφίμων και ηλεκτροδότησης και του φόβου των αεροπορικών βομβαρδισμών. Ο 33χρονος Μοντιλιάνι αποφάσισε να φύγει μαζί με τη νέα του αγαπημένη, τη 19χρονη σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν (Jeanne Hébuterne). Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τους πιο δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένους πίνακές του.
Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν. Στις 29 Νοεμβρίου 1918 η Ζαν γέννησε την κόρη τους, η οποία πήρε το όνομά της (1918-1984). Δεν πρόλαβε όμως ούτε να παντρευτεί την αγαπημένη του Ζαν ούτε να αναγνωρίσει νόμιμα τον καρπό της σχέσης τους.

Στις 24 Ιανουαρίου 1920 ο ζωγράφος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 36 ετών, από φυματιώδη μηνιγγίτιδα, στο νοσοκομείο Σαριτέ. Μια μέρα μετά το θάνατο του καλλιτέχνη, η σύντροφός του, Ζαν, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός τους στον πέμπτο ορόφο, μην αντέχοντας τον θάνατό του, όντας εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Στην κηδεία του στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ (Père Lachaise) παρευρέθηκε ένα τεράστιο πλήθος κόσμου.

Τον Ιούνιο του 2005 το έργο του το Πορτρέτο της Ζαν Εμπιτέρν πουλήθηκε έναντι 3,25 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας.


(Αφιερώματα - Πρόσωπα kathimerini.gr
Hμερομηνία : 28-07-06)


Αμεντέο Μοντιλιάνι: η ομορφιά του κενού

The Observer

Ο ωραίος Ιταλοεβραίος, εθισμένος στο χασίς, το αλκοόλ και τον αιθέρα, θανών στα 35 χρόνια του, ο Αμεντέο Μοντιλιάνι είναι σίγουρα το πρότυπο του «καταραμένου καλλιτέχνη» των αρχών του 20ού αιώνα. Το στοιχειωμένο ταλέντο, κατάλληλο για χολιγουντιανή ταινία. Ευτυχώς, διέφυγε την ολέθρια κινηματογραφική του ενσάρκωση από τον Αντι Γκαρσία -γυάλινα μάτια και μανιώδεις κραυγές για να δηλώσει εσωτερικούς δαίμονες- και, ευτυχώς, η ταινία υπήρξε αποτυχία. Θα ακολουθήσουν, βέβαια, άλλες, καθώς εξυπονοεί το συνεχιζόμενο εκδοτικό κύμα των «συνταρακτικών» βιογραφιών του.

Ζωή και έργο

Ο Μοντιλιάνι είναι τόσο διάσημος για τη ζωή του όσο και για την τέχνη του. Είναι επόμενο, λοιπόν, ότι η τωρινή αναδρομική «Ο Μοντιλιάνι και τα μοντέλα του» στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου (η πρώτη στην αγγλική πρωτεύουσα εδώ και δεκαετίες) θα είναι συνεχώς (ώς τις 15 Οκτωβρίου) γεμάτη κόσμο. Τόσο πολλοί που θα καθιστούν προβληματική την προσεκτική εξέταση των έργων.

Αυτό θα ήταν μεγάλη απώλεια, αλλά δεν είναι. Η αποκάλυψη που προσφέρουν 60 τόσα έργα του Μοντιλιάνι μέσα σε μια αίθουσα (όπως τα είδα εγώ πριν από μερικές ημέρες), είναι ότι ακριβώς δεν αντέχουν σε εξονυχιστική εξέταση. Τα πορτρέτα του είναι εκπληκτικό πόσο «δεν» συγκρατούν το βλέμμα. Οι φημισμένες γυναίκες του -μακρύμισχες, λεπτές, γαλήνιες- δεν είναι ποτέ τίποτε περισσότερο ή βαθύτερο από ό,τι δείχνουν στην επιφάνεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ευχάριστες στο βλέμμα. Μπορεί να περάσεις πολύ ευχάριστα κοιτάζοντας τα έργα αυτής της έκθεσης και τούτο δεν πρέπει να υποβιβάζει τη δημοφιλία του Μοντιλιάνι.

Αλλά αν το παλιό ερώτημα συνήθως ήταν, πώς ένας βίαιος, ταραγμένος μέθυσος μπόρεσε να δημιουργήσει τέτοιες εκλεπτυσμένες συνθέσεις, το σημερινό θα μπορούσε να είναι: πόσο η ζωή προωθεί την καλλιτεχνική φήμη. Εξ ου, υποπτεύεται κανείς, και ο εστιασμός της Βασιλικής Ακαδημίας στις ερωμένες του Μοντιλιάνι. Ανάμεσά τους η Ρωσίδα ποιήτρια Αννα Αχμάτοβα πριν να βρει το νόημα και η φιλόδοξη συγγραφέας Μπεατρίς Χάστινγκς, την οποία συνήθιζε να σύρει από τα μαλλιά και αυτή να του αντεπιτίθεται με σπασμένες καρέκλες. Υπάρχουν ακόμη πολλά, τελείως ερμητικά πορτρέτα της συζύγου του ατζέντη του και περισσότερα της τελευταίας ερωμένης του, της Ζαν Εμπιτέρν. Εκείνη ήταν προφανώς η αφοσιωμένη του, που πήδηξε από το παράθυρο, τη νύχτα μετά τον θάνατό του. Εννιά μηνών έγκυος, σκότωσε όχι μόνο τον εαυτό της αλλά και το παιδί τους.

Εσωτερικό στερεότυπο

Με τι έμοιαζε η Εμπιτέρν; Υπάρχουν φωτογραφίες της, αλλά και από πορτρέτα που της έχει κάνει ο Μοντιλιάνι υποθέτει κανείς πως είχε ανοιχτόχρωμα μαλλιά και καστανά μάτια. Από άλλα, θα μπορούσε να τη φανταστεί κανείς σαν γαλανομάτα με καστανά μαλλιά. Το τελευταίο που θα περίμενε κανείς από τον Μοντιλιάνι είναι η πιστή ομοιότητα. Πράγμα το οποίο εγείρει και το βασικό ερώτημα σχετικά με τα πορτρέτα αυτά ή, όπως θα μπορούσε να πει κάποιος άλλος, τα σχέδια αυτά. Σίγουρα είναι Μοντιλιάνι πάνω από κάθε τι άλλο - τα οβάλ γερτά πρόσωπα με τα ανέκφραστα μάτια που μοιάζουν τυφλά και τις επιμηκυσμένες μύτες. Στυλ υπεράνω του περιεχομένου.

Γιατί όμως οι διαφορές τους είναι τόσο μικρές; Οπως παρατήρησε ο Ζαν Κοκτό, ένα από τα λίγα μοντέλα με τα οποία πραγματικά ασχολήθηκε ο Μοντιλιάνι, όλα τα πρόσωπά του μοιάζουν τα ίδια, επειδή ανταποκρίνονται σε ένα εσωτερικό του στερεότυπο. Αυτό γλίτωσε τον Μοντιλιάνι από τον αγώνα της εμπλοκής με το θέμα του, να σκύψει μέσα του, να δει τι κρύβει στον εσωτερικό του κόσμο το πλάσμα που καθόταν απέναντί του.

Τούτο καθιστά τα πορτρέτα του τόσο όμοια, επαναλαμβανόμενα, τελικά βαρετά. Ή το ότι ήταν όλο και περισσότερο «φτιαγμένος». Ο Μοντιλιάνι όμως δεν ξεκίνησε έτσι.

Ενα πορτρέτο του του Πικάσο, από το 1915, καμωμένο σε χαρτόνι, προφανώς αντί αντιτίμου, συλλαμβάνει τα βαθιά εκείνα ερευνητικά μάτια τόσο καλά, ώστε από το μέλλον του ζωγράφου που το έκανε, θα περίμενε κανείς του κόσμου τις ενοράσεις. Ομως, στο τέλος της έκθεσης, φαίνεται ότι ο Μοντιλιάνι για χρόνια δεν πορευόταν πουθενά. Δεν υπάρχει η πορεία που φέρνει τις ενοράσεις. Μια καθιστή γυναίκα, τα χέρια κομψά πιασμένα, η μία μετά την άλλη, με τίποτα να τις διαφοροποιεί τη μια από την άλλη, εκτός ίσως από ένα μαντίλι ή το χρώμα στα μαλλιά.

Αποκαλυπτικά είναι τρία πορτρέτα, τοποθετημένα ομαδικά το ένα πλάι στο άλλο· τρεις φίλες με ακριβώς το ίδιο κεφάλι και λαιμοδέτη. Οι διαφορές τους μικρές, οφειλόμενες σε τροποποιήσεις του ίδιου σχεδίου. Ολοστρόγγυλα αντί μισοστρόγγυλα μάτια, ένα μισοφέγγαρο δηλωτικό του διπλού σαγονιού, τα μάτια σαν αλλήθωρα, ασυμμετρικά ή κενά. Μα αυτή είναι η τέχνη της καρικατούρας και ο Μοντιλιάνι ήταν οξύς σατιριστής.

Από αυτήν την άποψη είναι εξαιρετικά κάποια σχέδια του Κοκτό που δεν βρίσκονται όμως σε αυτήν την έκθεση. Αλλά μόλις αρχίζει να σατιρίζει τα θέματά του, π.χ. στο θαυμάσιο πορτρέτο του ατζέντη του, ως γκάνγκστερ από βιβλίο του Ντάσιελ Χάμετ, τότε αρχίζει να επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Στυλιστικά.

Και το στυλ του; Σε μια αίθουσα συγκεντρωμένα, βλέπει κανείς από πού προέρχεται το περιώνυμο στυλ του: Καρυάτιδες, κυκλαδικά ειδώλια, αντίγραφα αφρικανικής τέχνης, λίγος Πικάσο, μια κεφαλή από γύψο (το κλειδί σε ό,τι ακολούθησε) εμπνευσμένη από τον φίλο του Μπρανκούζι. Η σύνθεση όλων τούτων ήταν η κλασική τακτική της αβάν γκαρντ, στο Παρίσι του 1914. Και τη σύνθεση αυτή, με τις απλωμένες, ρυθμικές καμπύλες, την υπέροχη χρωματική παλέτα της οπτής γης (τερακότα), τα κρεμώδη και τα γκρίζα του περιστεριού, ο Μοντιλιάνι πετυχαίνει με έναν εξαιρετικής ομορφιάς τρόπο. Ενας, κάποιου είδους, μανιερισμός, ανάμεικτος με Μποτιτσέλι, Παρμιτζιανίνο και μελαγχολία.


Όμως, πήρε ο Μοντιλιάνι την ιδέα των ασύμμετρων ματιών από το πορτρέτο της Γερτρούδης Στάιν, από τον Πικάσο και το τυφλό της βλέμμα; Σίγουρα, ζήλευε τον Ισπανό. Οι παραλλαγές του, ιδιαίτερα οι ολογάλαζες σφαίρες σαν από επιστημονική φαντασία, καθιστούν τα μοντέλα του μη αναγνωρίσιμα, παρά μόνο σαν έργα του Μοντιλιάνι. Χωρίς αυτό το στυλ τα ύστερα πορτρέτα του θα ήταν κοινότοπα.

Τι τον προδίδει; Η μοιραία αδυναμία του για την επιμήκυνση. Ενας τοίχος με 6 γυμνά επάνω του αποκαλύπτει το τρικ. Κάθε κορμί είναι λίγο μακρύτερο από το προηγούμενο. Στον καιρό τους τα έργα αυτά ήταν σκανδαλώδη, αλλά σήμερα μοιάζουν τόσο γλυκά και ωραία, ώστε μπορεί να αγγίζουν και το κιτς, όπως ο ύστερος Σαγκάλ. Ενα γυμνό του Μοντιλιάνι δεν είναι σάρκα και αίμα, αλλά σχήμα, πρότυπο, καμπύλες και κομψές λεπτομέρειες· όλα τα πράγματα που έδωσαν στην αρτ ντεκό, τόσο χαριτωμένο στυλ.

Κενό τέλος

Πώς θα εξελισσόταν ο Μοντιλιάνι αν δεν είχε πεθάνει τόσο νέος; Αν δεν τον είχε κατακυριεύσει η αυτοκαταστροφικότητα; Η τελευταία αίθουσα της έκθεσης δεν είναι ευχάριστο θέαμα. Υπάρχουν μια-δυο προσπάθειες αναβίωσης, που αποπειρώνται να μεταδώσουν κάποια σπίθα από το θέμα ή να εγκαταστήσουν κάποια επικοινωνία με το μοντέλο.

Αλλά η αυτοπροσωπογραφία του 1919, ένας συνδυασμός ατελών σχημάτων και διστακτικής παλέτας, είναι τρομερά αδύναμο έργο. Ηταν το τελευταίο και το πιο άδειο έργο του Μοντιλιάνι. Ισως, αν είχε αρχίσει από τον εαυτό του, να είχε βαθύνει περισσότερο σαν καλλιτέχνης. Αλλά ο εαυτός του, του ήταν ένα κενό.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009



Amedeo Modigliani...
(αποσπάσματα από το βιβλίο του Νταν Φρανκ, " Ξαπλωμένο Γυμνό", Αθήνα 2000)

" Η Ζαν Εμπιτέρν ήταν ήδη εκεί. Δεν την είχε ακούσει να μπαίνει. Στεκόταν σε μια γωνιά του εργαστηρίου, κοντά στο παράθυρο. Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα, απλό, με μεγάλη λαιμόκοψη.



Ο Μοντιλιάνι τοποθέτησε το καβαλέτο του απέναντί της, αρκετά κοντά της. Άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί, ήπιε μια γουλιά και κοίταξε προσεκτικά την κοπέλα. 'Ελυσε το κόκκινο φουλάρι του και το τύλιξε γύρω από το λαιμό του Κοκοκάρυδου (η Ζαν). Την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα, τοποθέτησε το χέρι της στην πλάτη της καρέκλας, ξαναγύρισε στο καβαλέτο, κοίταξε πάλι, πλησίασε την καρέκλα, έφτιαξε το φουλάρι ώστε να μένει ανοιχτός ο λαιμός, έβαλε τα χέρια το ένα μέσα στο άλλο και τράβηξε τα μαλλιά της πίσω από το αυτί. Της μιλούσε με φωνή σιγανή και άπειρη τρυφερότητα. Η Ζαν ωραία και εύθραυστη, απούσα, αδιαπέραστη. Εξέφραζε μια απέραντη θλίψη που έκρυβε ένα βλέμμα φωτεινό και υπέροχο..."



"...ο ζωγράφος στάθηκε μπροστά στον πίνακα, ήπιε άλλη μια γουλιά κρασί και άνοιξε τα σωληνάρια με τις μπογιές του. Δεν είχε παλέτα. Με ένα πινέλο που βούτηξε στον καφέ, σχεδίασε τις καμπύλες του σώματος της Ζαν, τα χαρακτηριστικά του προσώπου, τη μύτη, το στόμα και τα μάτια. Ο Λεφ τονέβλεπε να κάνει πάντα το ίδιο. Αλλά τώρα οι γραμμές του σώματος ήταν πιο λεπτές, πιο εντυπωσιακές από τις γαλάζιες καμπύλες που σχεδίαζε κάποτε.
Κάλυψε το φόντο με κεραμιδί που κοπανούσε στο γουδί για να πετύχει το ωχρορόδινο χρώμα των προσώπων και της σάρκας. Μετά, με μια και μόνη πολύ σίγουρη κίνηση, σχεδίασε τη σιλουέτα. Το πρόσωπο μακρόστενο, όπως τα κεφάλια που σμίλευε παλιά, τη γωνία των χειλιών, μετά τα χείλη, την καμπύλη του σαγονιού, το σχήμα της κόμης..."
" Το φόντο: να δόσεις δηλαδή ένα σχήμα στο κενό. Να φανερώσεις το αόρατο. Να μετατρέψεις τον εαυτό σου σε κομμάτι του έργου τέχνης. Πώς είναι δυνατό, εν μέσω μιας τέτοιας αβύσσου όπου κάθε φορά ο καλλιτέχνης παίζει το κεφάλι του, να μη γαντζωθεί από κάποια αντικείμενα που είναι πιο κοντά του και διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή, όπως τα σωληνάρια, το λάδι, τα πινέλα, η πένα, το χαρτί? Το εργαλείο. Αυτό ακριβώς έλειπε στον Λεφ. Ωστόσο, καθώς κοίταζε τον Ντεντό (Αμεντέο) να ζωγραφίζει και το Κοκοκάρυδο να ποζάρει γι αυτόν, δεν ένοιωθε να του λείπουν όλα αυτά τα πλούτη που του είχε στερήσει ο πόλεμος. Δεβν τον πλήγωναν πια οι κινήσεις του ζωγράφου ούτε τα γλυκόλογα που πετούσε στο μοντέλο του καμια φορά. ΄Εβλέπε νε γεννιέται ένα έργο τέχνης. Και, καθώς αναδυόταν γρήγορα, κάτι που χαρακτήριζε τον Μοντιλιάνι, σαφές από την πρώτη πινελιά, τα χρώματα άρχισαν να θολώνουν στα μάτια του Λεφ. Το βλέμμα δεν ήταν τόσο διαυγές όσο της Ζαν Εμπιτέρν ούτε τα χείλη τόσο ρόδινα. Το κόκκινο ήταν πιο σκούρο, σχεδόν μαύρο. Όμως το βλέμμα ήταν πράσινο, κάτι ανάμεσα σε αμύγδαλο και σμαράγδι, φωτεινό όπως το μάτι που ο Ντεντό καθιστούσε ακόμα πιο διάφανο, προσθέτοντας, με τη μύτη ενός λεπτού πινέλου, ένα δάκρυ που έπεφτε σαν μια σταγόνα μέθης πάνω στον ξαπλωμένο Λεφ Κορόβιν."

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Frédéric François Chopin


Πορτραίτο του Frederick Chopin,
του Ludwik Wawrynkiewicz, Paris 1972;
αντίγραφο του πορτραίτου από τον Eugene Delacroix, λάδι, 1838.


O Frédéric François Chopin, ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του ρομαντισμού στη μουσική και από τους μεγαλύτερους πιανίστες της εποχής του, γεννήθηκε στην Πολωνία το 1810. Ο πατέρας του Nicolas Chopin ήταν Γάλλος που ζούσε στην Πολωνία από το 1787. Είχε αποκτήσει την πολωνική υπηκοότητα και είχε πάρει μέρος στην εξέγερση του 1794. Στην Πολωνία παρέδιδε μαθήματα γαλλικής γλώσσας. Η μητέρα του συνθέτη, Justyna Krzyźanowska, ήταν Πολωνή.


Από μικρός έδειξε το ταλέντο που είχε στη μουσική. Μόλις 8 ετών εμφανίστηκε δημόσια ως πιανίστας, αφού ήδη ένα χρόνο πριν είχε κυκλοφορήσει την πρώτη του Polonaise σε σολ ελάσσονα. Το 1829 έδωσε τις πρώτες μεγάλες του συναυλίες στη Βιέννη, και εν τω μεταξύ είχε συνθέσει ήδη μερικά σημαντικά έργα, όπως το κοντσέρτο σε φα ελάσσονα (γνωστό ως 2ο κοντσέρτο), την πρώτη σονάτα για πιάνο (σε ντο ελάσσονα), και κάποιες από τις σπουδές για πιάνο. Το 1830 έφυγε οριστικά από την Πολωνία για να συνεχίσει τις εμφανίσεις του στη Βιέννη. Μετά την αναχώρησή του ξέσπασε στη χώρα επανάσταση κατά της τσαρικής εξουσίας η οποία συνετρίβη και ο συνθέτης δεν μπόρεσε ποτέ να επιστρέψει στην πατρίδα του.



Frederick Chopin - Trio in G minor , op. 8 για πιάνο, βιολί και τσέλο
Αφιερωμένο στον πρίγκιπα Antoni Radziwill , 1828-1829.
Autograph, part I Allegro con fuoco, p.11.


Από τη Βιέννη πήγε στο Παρίσι το 1831, όπου ζούσαν πολλοί σπουδαίοι συνθέτες, όπως οι Γιοακίνο Ροσίνι, Φραντς Λιστ, Εκτόρ Μπερλιόζ. Λίγους μήνες μετά την άφιξή του έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ. Παρά τη φήμη του όμως απέφευγε τις εμφανίσεις σε μεγάλα ακροατήρια. Ισχυριζόταν ότι φοβόταν πολύ το κοινό. Έτσι, στα 18 χρόνια παραμονής στο Παρίσι, έδωσε μόνο 19 ρεσιτάλ.
Το 1837 ερωτεύτηκε και αρραβωνιάστηκε μία μαθήτρια πιάνου, την Maria Wodzińska, όμως η οικογένεια της κοπέλας διέλυσε τον αρραβώνα, πιθανότατα εξ αιτίας των προβλημάτων υγείας του συνθέτη.

Πορτραίτο του Frederick Chopin,
του Gottfried Engelmann,
βασισμένο σε μια λιθογραφία του Pierre R. Vigneron, 1833.


Στο Παρίσι ο Σοπέν συνδεόταν με τον κύκλο του επίσης φημισμένου συνθέτη και πιανίστα Φραντς Λιστ. Στο σπίτι του γνώρισε τη συγγραφέα Γεωργία Σάνδη (ψευδώνυμο της Βαρώνης Aurore Dudevant), 6 χρόνια μεγαλύτερή του. Η πρώτη γνωριμία με την τολμηρή και μάλλον εκκεντρική συγγραφέα, που κάπνιζε και φορούσε αντρικά ρούχα, του είχε προκαλέσει αρνητική εντύπωση και είχε σχολιάσει επικριτικά τη συμπεριφορά και την εμφάνισή της. Από το 1838 όμως ξεκίνησε η σχέση τους, που κράτησε 9 χρόνια.



Frederick Chopin - Grande Valse brillante in E flat major , op. 18,
αφιερωμένο στην Laura Horsford, 1833.
Autograph of the second version of the composition. p.1.


Το 1838-9 το ζευγάρι έζησε για λίγους μήνες στη Μαγιόρκα, στο ερημωμένο Μοναστήρι Valldemossa. Η Γεωργία Σάνδη πήγε εκεί γιατί το κλίμα θα βοηθούσε τον γιό της Maurice να ξεπεράσει κάποια προβλήματα υγείας και ο συνθέτης την ακολούθησε πιστεύοντας ότι εκεί θα βελτιωνόταν και η δική του υγεία. Ήδη έπασχε από φυματίωση. Η πρώτη εντύπωση από την εγκατάσταση του Σοπέν με τη Σάνδη στη Μαγιόρκα ήταν ευχάριστη. Σύντομα ήλθε η απογοήτευση. Το σπίτι όπου έμεναν ήταν υγρό και δίχως τζάμια και δεν είχε κτιστεί για να αντιστέκεται στις καταιγίδες. Με τον ερχομό του χειμώνα, τις ασταμάτητες βροχές και την υγρασία, επιδείνωσε την υγεία του Σοπέν και του προκάλεσε δυνατό βήχα. Ο συνθέτης έγινε για τους κατοίκους της περιοχής αντικείμενοι φρίκης και τρόμου. Όπως αναφέρει σε επιστολή του, «ο ένας οσμιζότανε τα φλέματα που είχα φτύσει, ο άλλος χτυπούσε εκεί απ’όπου είχα φτύσει, ο τρίτος ακροαζότανε όσο έφτυνα…». Οι γιατροί εκεί αποφάνθηκαν πως η φθίση ήταν μεταδοτική κι έτσι το ζευγάρι αναγκάστηκε να καταφύγει στο ερειπωμένο μοναστήρι της Βαλντεμόζα στα ορεινά της Πάλμα. Στο τέλος, μετά από επιδείνωση της φυματίωσης που η Σάνδη αρνιόταν να αποδεχτεί ότι βασάνιζε τον Σοπέν, εγκατέλειψαν την Ισπανία και επέστρεψαν στη Γαλλία, όπου ζούσαν κατά διαστήματα στο Παρίσι και στη Nohant, στην κατοικία της Γεωργίας Σάνδη

Πορτραίτο της Γεωργίας Σάνδη (1804-1876),
Συντρόφου του Frederick Chopin από1838-1847,
του Narcisse E.J. Desmadryl, 1839; βασισμένο σε πορτραίτο του August Charpeantier, 1838.


Οι σχέσεις τους σταδιακά άρχισαν να ψυχραίνονται και το ζευγάρι χώρισε το 1847. Ο λόγος του χωρισμού, όπως προκύπτει από επιστολή της Σάνδης προς τον Σοπέν η οποία ανακαλύφθηκε το 1950, είναι ότι ο συνθέτης υποστήριξε την κόρη της Γεωργίας Σάνδη, Solange, σε έντονη διαμάχη που είχε με τη μητέρα της επειδή είχε αρραβωνιαστεί κρυφά.


Frederick Chopin - Prelude in D flat major , op. 28, no. 15,
Ολοκληρώθηκε το 1839 στην Μαγιόρκα
Autograph, p. 1.



Γράμμα του Frederick Chopin στην Solange Clésinger, κόρης της Γεωργίας Σάνδη. Παρίσι , 24 November 1847

Από εκείνη τη χρονιά η υγεία του επιδεινώθηκε. Το 1848 έζησε για μεγάλο διάστημα στην Αγγλία και τη Σκωτία. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι η υγεία του ήταν πια σε πολύ χειρότερη κατάσταση και τα οικονομικά του μέσα περιορισμένα.
Πέθανε στο Παρίσι το 1849, μετά από χρόνια φυματίωση. Κηδεύτηκε στο Παρίσι και τάφηκε στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ, όμως λόγω δικής του επιθυμίας η καρδιά του μεταφέρθηκε στην Πολωνία, που ποτέ δεν ξέχασε, όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα.
Ο Σοπέν συνέθεσε αποκλειστικά έργα για πιάνο, με εξαίρεση μερικά έργα μουσικής κοντσερτάντε για πιάνο και ορχήστρα, ένα τρίο για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο, μερικά έργα για πιάνο και βιολοντσέλο και ορισμένα τραγούδια για φωνή και πιάνο. Συνέθεσε 2 κοντσέρτα, 15 πολωνέζες, 51 μαζούρκες (τοπικός χορός σε 3/4), 28 πρελούδια (μικρά αυτοτελή τεμάχια), 20 νυχτερινά (κομμάτια νοσταλγικού χαρακτήρα), 12 σπουδές (etudes) (τεχνικές δυσκολίες που συνδυάζονται με όμορφες γραμμές), αφιερωμένες στον Φραντς Λιστ (1829-1832) και 12 αφιερωμένες στην κόμησσα Ντ' Αγκού (1832-1836), 19 βαλς, 4 μπαλάντες, 4 impromptu ("ευριστικές" συνθέσεις μικρού μεγέθους), 4 σκέρτσο, 4 ροντό (αποτελούν και τα δύο μέρη σονάτας), 3 σονάτες, διάφορες παραλλαγές και διάφορα άλλα έργα για πιάνο. Επίσης, μερικά έργα μουσικής δωματίου και κάμποσα τραγούδια.
Τα έργα του είναι επηρεασμένα από την πολωνική πατρίδα του και συνδυάζει σ' αυτά πνευματικότητα και έντονα συναισθηματική εκφραστικότητα με ρομαντική ευαισθησία και ανάλαφρη διάθεση. Το πιανιστικό στιλ του Σοπέν, μαζί με αυτό των Λιστ και Ραχμάνινωφ, επηρέασε τη μουσική ζωή και τους συνθέτες μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.
Χρησιμοποιεί φυσικά ομοφωνικό στυλ αλλά με αρκετά προωθημένες αρμονικές συνήθειες για την εποχή του. Μία λεπτότητα αλλά και "αριστοκρατική" ευγένεια διαποτίζει τα μελωδικά περάσματά του, τα οποία υποστηρίζονται από έξυπνες, ρομαντικές ομοφωνίες. Τα έργα του για πιάνο παρουσιάζουν προκλήσεις για πιανίστες οποιουδήποτε δυνατού επιπέδου τόσο σε τεχνικό επίπεδο όσο και σε θέματα ερμηνείας αφού συνδυάζουν και τα δύο με τον πλέον άψογο τρόπο. Είναι πολύ απαιτητικά δεξιοτεχνικά, όπως οι Μπαλάντες και τα Σκέρτσι, αλλά αυτό που προέχει δεν είναι η δεξιοτεχνία αλλά ο μελωδικός χαρακτήρας. Μάλιστα έχει επισημανθεί ότι η δομή των μουσικών φράσεων είναι τέτοια, σαν να επρόκειτο να ερμηνευθούν από τραγουδιστή. Παράλληλα όμως με την ανεξάντλητη μελωδική του ευρηματικότητα, ο Σοπέν είχε μια πολύ αναπτυγμένη αρμονική φαντασία, ένα στοιχείο της τέχνης του που συχνά διαφεύγει της προσοχής των μουσικόφιλων.
Ο Σοπέν αξιοποίησε τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας του, τις Πολονέζες και τις Μαζούρκες, αλλά τα δικά του έργα δεν προορίζονται για χορό, αφού είναι πολύ γρήγορα και δεξιοτεχνικά. Το ίδιο ισχύει και για τα Βαλς του: είναι ευχάριστα κομμάτια σαλονιού, που προορίζονται για διασκέδαση.
Μερικά από τα 24 Πρελούδια τα συνέθεσε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Μαγιόρκα. Το πιο διάσημο από αυτά είναι το 15ο, το πρελούδιο "της σταγόνας της βροχής". Λέγεται ότι το συνέθεσε ένα βράδυ με έντονη κακοκαιρία, που περίμενε με αγωνία τη Σάνδη και τον γιό της, οι οποίοι είχαν καθυστερήσει να φτάσουν λόγω των καιρικών συνθηκών.
Ξεχωριστές είναι και οι 24 σπουδές για πιάνο: εκτός από τις τεχνικές απαιτήσεις τους, είναι και αξιόλογα μουσικά κομμάτια που μπορούν να ερμηνευθούν σε συναυλίες.
Οι Σονάτες του Σοπέν δεν ακολουθούν την παράδοση του βιεννέζικου Κλασικισμού. Οι κριτικοί της εποχής μάλιστα παρατηρούσαν ότι μάλλον δεν γνώριζε καλά τη φόρμα του είδους, η αλήθεια όμως είναι ότι πιθανότατα δεν θα ήθελε ο ίδιος να τηρήσει την αυστηρή φόρμα. Εξ άλλου προτιμούσε κομμάτια σε ελεύθερες φόρμες όπως οι Μπαλάντες και τα Σκέρτσι. Ήταν μάλιστα ο πρώτος που παρουσίασε Σκέρτσο ως αυτόνομο κομμάτι.
Τα Κοντσέρτα του για πιάνο και ορχήστρα είναι έργα στα οποία κυριαρχεί το πιάνο και η ορχήστρα έχει δευτερεύοντα ρόλο (παρουσιάζει την εισαγωγή, τα συνδετικά μέρη και το κλείσιμο). Στα σημεία που εμφανίζεται το πιάνο ο ρόλος της ορχήστρας είναι καθαρά συνοδευτικός.
Ποιος ήταν όμως πραγματικά ο μεγάλος αυτός συνθέτης? Στο βιογραφικό βιβλίο «Γεωργία Σάνδη» του Andre Maurois (1957), παρουσιάζεται μέσα από τις επιστολές του και τις προσωπικές μαρτυρίες της Σάνδη και του περιβάλλοντός του, ο πραγματικός Σοπέν.
Εξόριστος, ευαίσθητος, δυστυχισμένος, νοσταλγούσε την Πολωνία, την οικογένειά του και προπαντός τη μητέρα του. Ο ίδιος έλεγε, « αν κανείς επιθυμούσε να με προστατεύσει, θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος». Ήταν πλάσμα ουρανικό, ξενιτεμένο θαρρείς πάνω στη γη, έτρεμε κάθε θορυβώδη διαπληκτισμό, κάθε ατημελησιά στην εμφάνιση και προπαντός κάθε σκάνδαλο. Δε ζούσε παρά μόνο στο κλίμα που επικρατούσε μέσα σε κάποιο σαλόνι θαυμάσια επιπλωμένο, γεμάτο από γυναίκες ωραίες, αρχοντικές και φιλόμουσες και πρόθυμες ν’ ακούσουν, μέσα στο μισόφωτο, ένα «Νυχτερινό» που θάτανε και μια εξομολόγηση. Αγαπούσε να βυθίζει σε βαθειά περισυλλογή το ακροατήριό του, και μετά να το ξεσηκώνει απότομα με αισθήματα ηρωικά, υμνώντας τη μαρτυρική Πολωνία. Στην πολιτική ήταν συντηρητικός. Στον έρωτα ήταν τρυφερός και δειλός. Ένας άστατος πλατωνισμός ταίριαζε στην αδύναμη ιδιοσυγκρασία του. Άνθρωπος μάλλον δυστυχισμένος που θεωρούσε τη ζωή, « μια τεράστια παραφωνία».
Η Σάνδη, 7 χρόνια μεγαλύτερή του, τον έβλεπε αδύνατο, άρρωστο, πυρετικό. Όπως τον περιγράφει η ίδια, είχε «κορμοστασιά μέτρια και λυγερή, χέρια μακριά και λιγνά, πόδια μικροσκοπικά, μαλλιά σταχτόξανθα με καστανές αποχρώσεις, μάτια σκοτεινά, μάλλον ζωηρά παρά μελαγχολικά, μύτη κοντουλή, χαμόγελο πολύ γλυκό, φωνή λίγο απόκοσμη, και πάνω σε όλο του το πρόσωπο, κάτι το τόσο ευγενικό, το τόσο ακαθόριστα αριστοκρατικό, ώστε όλοι όσοι δεν τον γνώριζαν θαρρούσανε πως αντικρίζουνε κανέναν εξόριστο άρχοντα».


Επιστολή του Frederick Chopin από το Keir, Perthshire, 2 October 1848, στην Marie de Rozieres στο Παρίσι

Στο ημερολόγιό του τον Οκτώβριο του 1837 γράφει, « Την ξανάδα τρεις φορές. Με κοίταζε βαθιά στα μάτια όσην ώρα έπαιζα. Ήτανε μια κάπως θλιμμένη μουσική, θρύλοι του Δούναβη. Η καρδιά μου χόρευε μαζί της στη χώρα εκείνη. Και τα μάτια της μέσα στα μάτια μου, τα σκοτεινά μάτια της, τα παράδοξα μάτια της, τι τάχατες έλεγαν? Στηριζότανε στο πιάνο και τα πύρινα βλέμματά της με κατακλύζανε. Ένα γύρω μας λουλούδια. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Τη ξανάδα δυο φορές από τότε…Μ αγαπά…Αυγούλα, τι όνομα μαγευτικό».
Ο Ερικ Χάινε τον περιγράφει... « ευαισθησία εξωανθρώπινη που τραυματίζεται με την παραμικρή επαφή που κατακεραυνώνεται με τον παραμικρό θόρυβο.»
Θα έδινε κανείς μια ανακριβή εικόνα, αν για τα χρόνια από το 1840 μέχρι το 1845 ζωγράφιζε ένα Σοπέν πάντοτε άρρωστο και θύμα μιας γυναίκας που τον χειραγωγούσε. Η επίδραση της Σάνδη στη ζωή και το έργο του στάθηκε ευεργετική τόσο για τις συμβουλές που του έδινε όσο και για τις περιποιήσεις που το πρόσφερε. Δυστυχώς όμως, ούτε ο χαρακτήρας του ούτε η υγεία του τον άφηναν να νοιώσει για πολύ ευτυχισμένος.
Το καλοκαίρι του 1846 ήταν βαρύ. Σε επιστολή της Σάνδη προς τη φίλη της Μαρί ντε Ροζιέρ στις 18 Ιουνίου 1846 γράφει, «ο Σοπέν απορεί γιατί ιδρώνει. Είναι απελπισμένος. Ισχυρίζεται πως ολοένα πλένεται κι ολοένα μυρίζει. Ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια όταν βλέπουμε ότι αυτό το αιθέριο πλάσμα δεν παραδέχεται να ιδρώνει όπως όλος ο κόσμος…»και στις 8 Αυγούστου του 1846, «είναι καλόβολος φέτος. Τα κατάφερα να τον θυμώσω λιγάκι κι έτσι πήρα μια μέρα το θάρρος, του τα ’ψαλλα απ’ την καλή και τον απείλησα ότι θα τον βαρεθώ. Από εκείνη τη στιγμή έγινε προσεκτικότατος, και ξέρετε πόσο καλός, πόσο εξαίρετος, πόσο θαυμάσιος είναι όταν δεν κάνει τρέλλες…»


Το σαλόνι του τελευταίου σπιτιού του Frederick Chopin στην Place Vendome 12, Παρίσι
Photograph by Jan Laski, 1987, of a reproduction of a water colour by Teofil Kwiatkowski, , 1849.


Το φθινόπωρο του 1847, η ρήξη μεταξύ των δυο αυτών υπάρξεων που αγαπήθηκαν τόσο πολύ, έγινε οριστική. Την τελευταία τους συνάντηση, την τραγική μέσα στην απλότητά της, την αφηγήθηκε ο Σοπέν σε επιστολή του προς την Σολάνζ, κόρη της Σάνδη, στις 5 Μαρτίου 1848: «Ανταμώθηκα με την κυρία μητέρα σας στην πόρτα του προθαλάμου της κυρίας Μαρλιάνι. Με ρώτησε πώς πηγαίνω. Της αποκρίθηκα πως είμαι καλά και ζήτησα από το θυρωρό ν’ ανοίξει την πόρτα. Χαιρέτησα και βρέθηκα στην πλατεία Ορλεάνης, με τα πόδια…».

το τελευταίο πιάνο του Frederick Chopin, κατασκευασμένο από τον J. Pleyel, no. 14810, όπου έπαιζε και συνέθετε στα χρόνια 1848-1849

Και η Σάνδη αφηγήθηκε τη σκηνή, «φανταζόμουνα πως μερικοί μήνες που θα περνούσαν στον αποχωρισμό θα γιάτρευαν αυτή την πληγή και θα κάναμε τη φιλία μας ήρεμη, δίκαιη τη μνήμη…τον ξανάδα μια στιγμή, το Μάρτη 1848, του έσφιξα το ριγηλό και παγωμένο χέρι του. Θέλησα να του μιλήσω. Ξέφυγε. Ήταν η σειρά μου τώρα να πω ότι δεν μ’ αγαπούσε πια. Τον προφύλαξα από μια τέτοια οδύνη κι απόθεσα το παν στα χέρια της Θείας Πρόνοιας και του μέλλοντος. Δεν έπρεπε πια να τον ξαναδώ. Ανάμεσά μας υπήρχανε κακοί άνθρωποι. Υπήρχανε βέβαια και καλοί, που όμως δεν ξέρανε να φερθούνε. Υπήρχανε και άτολμοι που προτιμούσανε να μην αναμιχθούνε σε λεπτές υποθέσεις…».



Οι τελευταίες στιγμές του Frederick Chopin. Του Teofil Kwiatkowski, λάδι, 1849-1850

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Σταρίδας Θωμάς, δυο πινακες,μια λεπτομερεια...και μια μουσικη να συνοδευει...



Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

H Αγαπημένη μου Μαρία...φίλη, αδελφή, οικογένεια...δημιουργός με απίστευτη ευαισθησία.



Η Μαρία Χανιωτάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης.

Σπουδές
- Απόφοιτος του Παγκρητίου Εκπαιδευτηρίου,Ηράκλειο Κρήτης.
- Τεχν.Πολ.Μηχανικού στο ΤΕΙ Λάρισας,
- Μουσικής και Πιάνου στην Αθήνα και την Κρήτη για 10 χρόνια.
- Γίνεται δεκτή στο Τμήμα Σκηνογραφίας του New York University(NYU) στη Νέα Υόρκη.(Για προσωπικούς λόγους δεν παρακολούθησε, συνέχεια Σπουδών στην Αγγλία)
- Εργαστήριο Σκηνογραφίας στο Τheater Design Summer School της Royal Academy of Dramatic Art (RADA) του Λονδίνου.
- Μεταπτυχιακή Σπουδή στη Σκηνογραφία < Master of Arts> in Theater Design Scenography στο Wimbledon School of Arts (WSA) του Λονδίνου. (αναγνώριση από το ΔΙΚΑΤΣΑ)

Εκθέσεις
•Ατομική Έκθεση με θέμα: "Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ στο ΘΕΑΤΡΟ και την ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ " Έκθεση αποφοίτων Μεταπτυχιακού τμήματος ΜΑ Σκηνογραφίας ,Wimbledon School of Art ,Λονδίνο ,Ιούλιος 1995
•Ατομική Έκθεση με θέμα : "ΕΙΚΟΝΕΣ στη ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ μιας ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑΣ" Αίθουσα Τέχνης ΣΤΑΒΛΟΣ ,Αθήνα, Μάρτιος 1998
•Ατομική Έκθεση με θέμα: "ΑΕΡΙΚΑ" στην Αίθουσα Τέχνης ΑΝΔΡΟΓΕΩ του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης .Ηράκλειο, Δεκέμβριος 1998
•Ατομική Έκθεση με θέμα : "ΜΙΚΤΕΣ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ" Αίθουσα Τέχνης ΜΟΝOHORO, Αθήνα Νοέμβριος 2001
•Ατομική Έκθεση με θέμα :"ΜΙΚΤΕΣ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ Ι" Αίθουσα Τέχνης του Πολιτιστικού κέντρου του Δήμου Παλ. Ψυχικού,
Αθήνα Δεκέμβριος 2002
•Ατομική Έκθεση με θέμα:" Στολίδια του Νερού " Αίθουσα Τέχνης ΜΟΝΟΗΟRO ,Αθήνα Νοέμβρης 2004
Ομαδική Έκθεση με θέμα :"ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΛΗΘΟΥΣ" Αίθουσα Τέχνης ΔΩΜΑ του Θεάτρου του Νέου Κόσμου ,Αθήνα, Νοέμβριος 1999
Ομαδική Έκθεση Συμμετοχή στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων "ΓΚΑΖΙ"
Ομαδική Έκθεση Συμμετοχή στην Αίθουσα Τέχνης ART FORUM-ΒΙΛΚΑ Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 2002
Ομαδική Έκθεση Συμμετοχή στο Κέντρο τεχνών του Δήμου Αθηναίων, Νοέμβριος 2003

Συγγραφική Δραστηριότητα
"ΑΕΡΙΚΑ" Εκδόσεις ΕΛΛ.ΓΡΑΜΜΑΤΑ, (Ποίηση ,Πεζός Λόγος και Εικονογράφηση) Μάρτιος 1998
"Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΚΑΡΧΑΡΙΑ" Εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ ,(Κείμενο και Εικονογράφηση) Μάιος 1999
"ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ" Εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ (Κείμενο και Εικονογράφηση) Νοέμβριος 2001
Δημοσίευση - Καταχώρηση στο ΛΕΞΙΚΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ -ΜΕΛΙΣΣΑ
4ος Τόμος

Μελλοντικές Εργασίες
•Παράσταση : «Ανάποδη Κλωστή –το παραμύθι» Ομαδα CMD (Σύνθεση-Σκηνοθεσία-Σκηνογραφία: Μαρία Χανιωτάκη) (χειμώνας 2009-2010)
•Ατομική έκθεση με θέμα "Έρημος, μία σπουδή πάνω σε ένα έργο του Balsac", αίθουσα τέχνης Μονόχωρος - Ιούνιος 2009
•Δημοσίευση του Παραμυθιού "ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΙΑΣ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ"
•Δημοσίευση του παραμυθιού " ΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΒΟΥΝΟ"
•Δημoσίευση του παραμυθιού "ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ ΚΥΚΝΟΥ "
•Δημοσίευση της μεταπτυχιακής της μελέτης στην Σκηνογραφία με θέμα: "Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ-Η ΜΑΓΙΚΗ ΣΚΗΝΗ"

Performance:
Performance - Installation: "Ανάποδη Κλωστή", Ομαδα CMD (σύνθεση, σκηνογραφία, σκηνοθεσία: Μαρία Χανιωτάκη)
BIOS Πειραιώς 84,Αθήνα (Ιανουάριος –Φεβρουάριος 2008)

Επίσης
Έχει ασχοληθεί με την διδασκαλία στη Μουσική και το Πιάνο και έχει εργασθεί ως βοηθός Σκηνογράφου με τον Αντώνη Δαγκλίδη.
Εργάζεται ως ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΣ -ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΟΣ στο Θέατρο και διδάσκει Σκηνογραφία και Performance Art.

Μέλος
•της Ένωσης Βρετανών Σκηνογράφων (SBTD),
•του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (ΔΙΘ)
•και του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).

το site της...http://www.mariachaniotaki.gr/

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Παραμένω στη Μουσική.
'Hθελα απόψε να γράψω για τον Chopin, για το ποιός ήταν, για τις νευρώσεις και τους πόθους του, για τη σύντομη παθιασμένη ζωή του, για την ατέλειωτη νοσταλγία του εξορισμένος από την αγαπημένη του Πολωνία και πολλά πολλά άλλα. Δεν πρόλαβα...και λυπάμαι. Σκέφτηκα όμως να αναρτήσω μια από τις πιο αγαπημένες μου δημιουργίες του...την Fantasie Impromptu op.66 με σολίστα τον Horowitz


Και ένα ξεχωριστό κομμάτι, καμμιά σχέση με Chopin...ο Χορός της Φωτιάς του Manuel de Falla. Μακάρι να μπορούσα να σας χαρίσω ελάχιστη από τη δύναμή του.

Καλό ξημέρωμα Κυριακής φίλοι μου :)

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Κάπως πρέπει ν' αρχίσω να γράφω για την τέχνη μια και είχα το θράσος να ασχοληθώ και το ακόμα μεγαλύτερο θράσος να φτιάξω σχετικό blog!!!!Ξεκινώ λοιπόν απλά, με αριστουργήματα (κατά την ταπεινή μου γνώμη) από κάθε μορφή τέχνης και χωρίς πολλά πολλά λόγια. Άλλωστε η Τέχνη μιλάει μόνη της και εμείς την κρατάμε μέσα μας, πνοή ζωής, ανάγκη, ταξίδι:

ΜΟΥΣΙΚΗ
Chopin, heroic polonaise, op. 53, με θεία εκτέλεση από τον Arthur Rubinstein