Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Μυκήνες 1876...Ερρίκος Σλήμαν



Ερρίκος Σλήμαν (1822-1890)


Ο Σλήμαν υπήρξε ένας μεγάλος πρόδρομος στον τομέα της αρχαιολογίας και έρευνας. Το όνομα συνδέεται με την ανακάλυψη της Τροίας και των Μυκηνών. Χαρακτηρίστηκε ως πατέρας της μυκηναϊκής αρχαιολογίας. Υπήρξε ένας οραματιστής και ενθουσιώδες ερασιτέχνης ερευνητής. Υποστήριζε με ακλόνητη πεποίθηση της απόψεις του, την εποχή που οι άλλοι των περιγελούσαν και τον κορόιδευαν. Οι επιθέσεις και οι κατηγορίες από το ακαδημαϊκό κατεστημένο δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει το έργο του. Επικρίθηκε και δίκαια για της χονδροειδές και γρήγορες ανασκαφές του, ο ίδιος αργότερα βέβαια βελτίωσε την ανασκαφική μέθοδο του με την βοήθεια του Νταίρπφελτ.

Γεννήθηκε το 1822 στο Neubukow της Α. Γερμανίας από φτωχούς γονείς. Το ενδιαφέρον του για την αρχαία Ελλάδα και τα Ομηρικά έπη ξεκίνησε από μικρή ηλικία όταν έπεσε στα χέρια ένα βιβλία αρχαίας ιστορίας που του είχε χαρίσει ο πατέρας που απεικόνιζε μέσα την Τροία στη φλόγες. Η εικόνα της φλεγόμενης Τροίας δεν σβήστηκε ποτέ από το μυαλό του και πίστευε πως η Τροία ήταν υπαρκτή. Θεωρούσε πως τα Ομηρικά έπη δεν ήταν μόνο μύθοι αλλά περιείχαν και ιστορικά στοιχεία. Μεγαλώνοντας οι οικονομίες του δεν του επέτρεπαν να τα βγάλει πέρα. Άρχισε να δουλεύει από τα 14 χρόνια του σε ένα κατάστημα και εκεί άκουσε να απαγγέλουν για πρώτη φορά Όμηρο στο πρωτότυπο.

Αργότερα μπαρκάρει σε πλοίο που ναυαγεί στης Ολλανδικές ακτές. Εκεί γίνεται λογιστής σε ένα μεγάλο εμπορικό οίκο. Ταυτόχρονα μαθαίνει διάφορες γλώσσας ανάμεσα τους ελληνική και ρωσική. Αργότερα πάει στην Πετρούπολη και ανοίγει το δικό εμπορικό οίκο. Παντρεύεται την Αικατερίνη Λύσχιν και φεύγει για την Αμερική. Σε ηλικία 36 ετών έχει αποκτήσει μια τεράστια περιουσία. Κλείνει την επιχείρηση του στην Πετρούπολη και αφιερώνεται στο όνειρο της ζωής του.

Ελεύθερος οικονομικά αφιερώνεται στης μελέτες του για την ανακάλυψη της Τροίας. Για την επίτευξη του σκοπού του ταξιδεύει σε διάφορες χώρες της Ευρώπης καθώς και στην Ιταλία σε όλη την Ελλάδα στην Εγγύς και Άπω Ανατολή. Το 1866 πηγαίνει στο Παρίσι κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Το 1869 ανακηρύσσετε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ροστόκ. Από εδώ και πέρα αρχίζει ουσιαστικά η αναζήτηση του.
Υποστήριζε πως η Τροία βρίσκετε στην θέση Χισαρλίκ και όχι στο Μπουνάρμπασι όπως υποστήριζαν πολλοί εκείνη την εποχή. Καθώς και για τους τάφους του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας υποστήριζε πως βρισκόταν εντός των τειχών της πόλης των Μυκηνών, οι οποίοι αναφερόταν και από τον Παυσανία. Και οι δύο υποθέσεις του επαληθεύτηκαν από τον ίδιο αργότερα. Το 1869 παντρεύετε ξανά με την Σοφία Εγκαστρωμένου (Καστριώτη) και κάνει δυο παιδιά.

Τον Μάιο του 1873 ανακαλύπτει μετά από ανασκαφές πλήθος νομισμάτων και διαφόρων αντικειμένων και πιστεύει πως ανακάλυψε τον θησαυρό του Πριάμου. Πολλά τα μεταφέρει λαθραία στο Λονδίνο και αργότερα στο Βερολίνο όπου στην διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου εξαφανίζονται.

Το 1876 κάνει την δεύτερη μεγάλη ανακάλυψη της ζωής του στης Μυκήνες, όπου βρίσκει 5 θολωτούς τάφους με πλήθος χρυσών κοσμημάτων και χάλκινων όπλων.

Ο Σλήμαν βρίσκεται στο επίκεντρο των εφημερίδων και των συζητήσεων σε όλη την Ευρώπη και διεθνώς. Συζητιέται όχι μόνο στους επιστημονικούς κύκλους αλλά και στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Όμως ο Σλήμαν δεν σταματάει εδώ, συνεχίζει της έρευνες στην Ιθάκη στον Ορχομενό στην Τίρυνθα. Εδώ ανακαλύπτει το πρώτο μυκηναϊκό ανάκτορο και τον τάφο του Μινύου. Με όλα αυτά ο Σλήμαν έγινε σύμβολο της αρχαιολογίας, χαρακτηρίστηκε από τον σερ Τζον Μακρς ως η άνοιξη που έσβησε με τον θάνατο του.

Υπήρξε ένας μεγάλος πρόδρομος της εποχής του και πρόσφερε πολλά ακόμα και στις προϊστορικές μελέτες.Ο Σλήμαν εκτός του άλλων έγραφε με μεγάλη ευκολία και γρήγορα. Κυρίως σκοπός του η γρήγορη γνωστοποίηση των ανακαλύψεων του στο ευρύ κοινό και σε όλο τον κόσμο. Μερικά από τα βιβλία του «Ίλιον, η πόλη και η χώρα των Τρώων», «Μυκήναι», «Τροία», «Τίρυνς». Ο Σλήμαν πέθανε το 1890 τα Χριστούγεννα στην Νεάπολη και τάφηκε στην Αθήνα.

Πηγές:
Εγκυκλοπαίδεια ΥΔΡΙΑ εταιρία Ελληνικής Έκδοσης Α.Ε
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.
Γλυπτοθήκη, http://glypto.wordpress.com/



Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Η μυθική παράδοση φέρει ως ιδρυτή των Μυκηνών τον Περσέα, γιο του Δία και της Δανάης, της κόρης του Ακρισίου, του βασιλιά του Άργους, απόγονου του Δαναού. Ο Παυσανίας (2.16.3) αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός «μύκητος», δηλαδή ενός μανιταριού. Σύμφωνα με το μύθο, οι απόγονοι του Περσέα βασίλεψαν στις Μυκήνες για τρεις γενιές, με τελευταίο τον Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε χωρίς να αφήσει απογόνους, και έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου.



Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.



Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.



Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.Χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.



Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιοφίλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, επωφλούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα πραγματοποιεί έρευνες στο χώρο. Το 1941 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε τους πέντε τάφους του Ταφικού Κύκλου Α, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα 1876-1877, αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο. Στη συνέχεια, ανασκαφές στα ανάκτορα και στα νεκροταφεία πραγματοποίησαν οι Χ. Τσούντας (1884-1902), Δ. Ευαγγελίδης (1909), G. Rosenwaldt (1911), Α. Κεραμόπουλος (1917), και A.J.B. Wace (1920-1923, 1939, 1950-1957). Παράλληλα, οι Ι. Παπαδημητρίου και Γ. Μυλωνάς της Αρχαιολογικής Εταιρείας ανέσκαψαν τον Ταφικό Κύκλο Β και οικίες, κατά τα έτη 1952-1955, ενώ ο Γ. Μυλωνάς μαζί με το Ν. Βερδελή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ανέσκαψαν τμήματα του οικισμού. Οι ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, υπό την επίβλεψη του λόρδου W. Taylour αποκάλυψαν το θρησκευτικό κέντρο, ενώ έρευνες συνεχίσθηκαν και από την Αρχαιολογική Εταιρεία με το Γ. Μυλωνά και το Σπ. Ιακωβίδη το 1959 και 1969-1974. Αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν το 1950-1955 από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα στο θολωτό τάφο της Κλυταιμνήστρας, στο ανάκτορο, στο χώρο γύρω από την Πύλη των Λεόντων και στον Ταφικό Κύκλο Β. Από το 1998 βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και στη συνέχεια η Επιτροπή Μυκηνών, που δημιουργήθηκε το 1999 από το Υπουργείο Πολιτισμού.



Συντάκτης
Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος

Χρονολόγηση
2000 π.Χ. - 1600 π.Χ.
1600 π.Χ. - 1075 π.Χ.
10ος αι. π.Χ. - 7ος αι. π.Χ.
6ος αι. π.Χ. - 5ος αι. π.Χ.
4ος αι. π.Χ. - 2ος αι. π.Χ.


3 σχόλια:

  1. Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Σλήμαν και ο τρόπος διήγησης με ενέπνευσαν!

    Αναγνώρισα το κείμενο από την ιστοσελίδα του ΥΠ.ΠΟ που διάβαζα πρόσφατα για τα μνημεία της UNESCO στην Ελλάδα:
    http://odysseus.culture.gr/h/2/gh21.html

    Τα βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και διδακτικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι, το κείμενο είναι από την ιστοσελίδα του ΥΠΠΟ και το έχει γράψει η συνάδελφος Όλγα Ψυχογιού. Ο Σλήμαν, αν και άσχετος με την τεχνογνωσία της ανασκαφικής έρευνας με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τη σωστή χρονολόγηση των ευρημάτων, την αρχαιολογική τεκμηρίωση και την ιστορική ακολουθία που επαληθεύεται από τη στρωματογραφία, μας αποκάλυψε τους ανεκτίμητους θησαυρούς της Τροίας και των Μυκηνών...

    ΑπάντησηΔιαγραφή