Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Γυναικες για όλες τις εποχές...

Άννα Αχμάτοβα (1889-1966)
Ποιήτρια

Το πραγματικό της όνομα ήταν Αννα Αντρέγεβνα Γκορένκο. Πέρασε το μεγαλύτερο κομμάτι της παιδικής της ηλικίας στην Αγία Πετρούπολη και τη γύρω περιοχή. Όταν άρχισε να γράφει ποίηση η Αννα διάλεξε το επώνυμο Αχμάτοβα, που ανήκε σε μία προγιαγιά της από τη φυλή των Τατάρων, απόγονη του θρυλικού Τζένγκις Χαν. Η Αννα Αχμάτοβα χαρακτηρίστηκε από το σοβιετικό καθεστώς «αγία και πόρνη». Μία ασκητική φιγούρα που κατάφερε να μετουσιώσει το προσωπικό της δράμα σε συλλογική εμπειρία και να εκφράσει μέσα από τα ποιήματά της τον πόνο ενός ολόκληρου λαού, που την ανακήρυξε αγία μαθαίνοντας απέξω τους στίχους της και απαγγέλλοντάς τους κρυφά, μακριά από τα αυτιά του Στάλιν.
Συγχρόνως όμως ήταν μια γυναίκα που εξέπεμπε τεράστια γοητεία. Αυτή η όμορφη γυναίκα, κατέληγε σχεδόν πάντα παρατημένη και απογοητευμένη. Οι δυστυχισμένοι γάμοι και οι καταστροφικές σχέσεις συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής της.
 
Αφιέρωση
Με τέτοια θλίψη λυγίζουν τα βουνά
Και το ποτάμι ορμητικό πια δεν κυλά
Της φυλακής τα σίδερα κλειστά
Πίσω απ' αυτά, των «αιχμαλώτων τρύπες τα κελιά»
Θανατερή απλώνεται η συμφορά.
Για άλλον φυσάει αέρας δροσερός,
Για άλλον ο ήλιος που δύει είναι τερπνός-
Δεν ξέρουμε, οι ίδιοι είμαστε πάντα εδώ
Μόνο ακούμε τον ήχο του κλειδιού τραχύ
Και των φρουρών το βήμα το βαρύ.
Σάμπως και σηκωνόμασταν για Θεία Λειτουργία
Την άγρια πόλη σχίζαμε, μακριά πεζοπορία
Και συναντιόμασταν εκεί,  ξεψυχισμένοι σα νεκροί.
Ο ήλιος είναι χαμηλά και ο Νέβας φαίνεται θαμπά
Μα η ελπίδα τραγουδά, ακούγεται από μακριά.
Δάκρυα χύνει στη στιγμή... Καταδικασμένη
Κι ήδη απ' όλους πια, ξεχωρισμένη
Σαν την καρδιά της να ρημάξουν, ύστερα να την πετάξουν
Σαν κτήνη να τη σπρώξουν, φαρδιά πλατιά να την ξαπλώσουν,
Μα εκείνη όμως συνεχίζει... μόνη... τρεκλίζοντας βαδίζει...
Πού να' ναι οι φίλες μου άραγε οι τυχαίες
Από τα διαβολικά, τα χρόνια εκεί τα δυο;
Στης Σιβηρίας τις θύελλες άραγε τι βλέπουν
Τι να τους φανερώνεται στον δίσκο της σελήνης τον λευκό;
Τον ύστατο, σε όλες τους, στέλνω χαιρετισμό.

Μάρτιος 1940
 


 




Βιρτζίνια Γουλφ 

Η Βιρτζίνια Γουλφ γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1882 και αυτοκτόνησε στις 28 Μαρτίου μετά την καταστροφή του σπιτιού της στο Λονδίνο εξαιτίας των αεροπορικών βομβαρδισμών των χιτλερικών. Ήταν κόρη του κριτικού λογοτεχνίας σερ Λέσλι Στίβεν. Ο θάνατος της μητέρας της και της ετεροθαλούς αδελφής της κατά τη διάρκεια της εφηβείας της, τη σημάδεψαν, προκαλώντας της περιοδικές κρίσεις κατάθλιψης. Το 1912 παντρεύτηκε τον Λέοναρντ Γουλφ και μαζί το 1917 δημιούργησαν τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Hogarth Press στον και δημοσιεύτηκαν έργα των Τ.Σ. Έλιοτ, Ε.Μ. Φόρστερ και Κάθριν Μάνσφιλντ εκεί εκδόθηκαν και τα περισσότερα βιβλία της. Η Γουλφ υπήρξε μια από τις μεγάλες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου.Το έργο της πρωτοπόρου αυτής συγγραφέως, μαζί με εκείνο του Προυστ και του Τζόις έφερε πραγματική επανάσταση στη γραφή του μυθιστορήματος,σφράγισε για πάντα τα βρετανικά και τα ευρωπαϊκά γράμματα. Τα μυθιστορήματά της Μέχρι το φάρο, Ορλάντο, Τα κύματα και Η κυρία Νταλογουέι ανήκουν στα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της πεζογραφίας του 20ού αιώνα.
Ήταν η «μούσα του Μπλούμσμπερι», του σημαντικότερου κύκλου συγγραφέων και διανοουμένων της εποχής στον οποίο συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο Τ.Σ. Ελιοτ και ο Μπέρτραντ Ράσελ. Εξέχουσα δοκιμιογράφος, επίσης, η Γουλφ προσέδωσε στο μυθιστόρημα την ένταση τού επί μέρους και τη γοητεία των λεπτών αποχρώσεων, το φόρτισε με τον λυρισμό και τη γοητεία των αναμνήσεων, και με την επίπονη επεξεργασία της γλώσσας ξεπερνούσε την απλή περιγραφή και ανέλυε το ψυχικό τοπίο των πρωταγωνιστών αγγίζοντας τα απώτατα στρώματα της ύπαρξής τους. Η ακρίβεια και η λεπτότητα της γλώσσας αυτής άγγιζε τις πιο μύχιες σκέψεις και τα ανομολόγητα αισθήματα με έναν τρόπο άγνωστο στο ως τότε βρετανικό - και όχι μόνο - μυθιστόρημα.
Η αλληλογραφία της, που κυκλοφόρησε σε έξι τόμους, συνιστά έναν τεράστιο καθρέφτη της πνευματικής βικτωριανής και μεταβικτωριανής Αγγλίας. Η Βιρτζίνια Γουλφ ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες-συγγραφείς που το άστρο τους έλαμψε σε έναν κόσμο στον οποίο ως τότε κυριαρχούσαν οι άνδρες. Η επίδραση του έργου της ωστόσο δεν περιορίστηκε στην πεζογραφία. Ήταν εξίσου σημαντική και στο μεταπολεμικό θέατρο, όπως για παράδειγμα του Χάρολντ Πίντερ και του Εντουαρντ Αλμπι. Αρκεί μόνο να θυμίσουμε τον τίτλο του πιο διάσημου έργου του τελευταίου Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; και να σημειώσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται και οι δύο τις ανθρώπινες σχέσεις οφείλει πολλά στη συγγραφέα τού Μέχρι το φάρο.

 
 
Κατίνα Παξινού (1900-1973)
 
Η Κατίνα Παξινού υπήρξε η πρώτη ελληνίδα ηθοποιός που κατάφερε να σταθεί στο Χόλυγουντ και μάλιστα με δικούς της όρους, να διαπρέψει θεατρικά και κινηματογραφικά στην Ευρώπη, να ξεχωρίσει ως τραγωδός παγκοσμίου βεληνεκούς. Γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1900 στον Πειραιά. Σπούδασε στο Ωδείο της Γενεύης, καθώς και σε σχολές του Βερολίνου και της Βιέννης. Πρωτοεμφανίστηκε στη Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά ως ηθοποιός του λυρικού θεάτρου, στην όπερα «Αδελφή Βεατρίκη» του Δημήτρη Μητρόπουλου.
Το 1928, εμφανίζεται για πρώτη φορά στο θέατρο πρόζας ως μέλος του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, παίζοντας στο έργο του Ανρί Μπατάιγ «Γυμνή Γυναίκα». Το 1931, προσχωρεί μαζί με τον Αλέξη Μινωτή, στον Συνεταιρικό Θίασο του Αιμίλιου Βεάκη, που παρουσιάζει σημαντικά έργα του διεθνούς ρεπερτορίου, όπως: «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ευγένιου Ο' Νιλ, «Ο Πατέρας του Αυγούστου» του Στρίντμπεργκ, «Ο θείος Βάνιας» του Τσέχωφ.
Από το 1932 έως το 1940, εμφανίζεται στο Εθνικό Θέατρο, όπου ερμηνεύει ρόλους που την καταξιώνουν ως κορυφαία ηθοποιό της ελληνικής σκηνής. Με τη Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου θα εμφανιστεί στο Λονδίνο, τη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο, ερμηνεύοντας το ρόλο της Ηλέκτρας στο ομώνυμο έργο του Σοφοκλή, την Γερτρούδη στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, την Κυρία Άλβινγκ στους «Βρικόλακες» του Ίψεν. Την περίοδο του πολέμου εγκαθίσταται στις ΗΠΑ, όπου εμφανίζεται στο θέατρο Μπρόντγουεϊ και ερμηνεύει σπουδαίους ρόλους στον κινηματογράφο, με τους οποίους κερδίζει τη διεθνή αναγνώριση.
Το 1950 επιστρέφει στην Ελλάδα και εμφανίζεται πάλι μαζί με τον Αλέξη Μινωτή στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με το οποίο περιοδεύει στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Ξαναπαίζει στη Νέα Υόρκη στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Λόρκα, έργο που επαναλαμβάνει στην Αθήνα στο Θέατρο Κοτοπούλη. Μετά το 1957, εμφανίζεται μόνιμα στη Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, ερμηνεύοντας έργα του αρχαίου Θεάτρου και του σύγχρονου διεθνούς ρεπερτορίου. Ανάμεσα σ' αυτά, η «Εκάβη», η «Μήδεια», οι «Φοίνισσες» και οι «Βάκχες» του Ευριπίδη, ο «Πατέρας» του Στρίντμπεργκ, «Η επίσκεψις της γηραιάς κυρίας» του Ντίρενματ, «Το Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» του Ο' Νιλ, «Η τρελή του Σαγιό» του Ζαν Ζιροντού, ο «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ.
Το 1968 η Κατίνα Παξινού και ο Αλέξης Μινωτής, συγκροτούν θίασο που εμφανίζεται στο Θέατρο «Αυλαία» της Θεσσαλονίκης, και στο Θέατρο «Διάνα» της οδού Ιπποκράτους. Στο «Σινεάκ», το κινηματοθέατρο που αργότερα θα μετονομαστεί άστηκε σε «Θέατρο Παξινού», παίζει στα έργα «Η Ήρα και το παγώνι» του Σον Ο' Κέιζι, «Οι παλαιστές» του Στρατή Καρρά, οι «Βρικόλακες» του Ίψεν, «Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα, ενώ την περίοδο 1971 - 1972 ερμηνεύει στο Θέατρο «Πάνθεον», την τελευταία μεγάλη επιτυχία της, ως «Μάνα Κουράγιο» στο ομώνυμο έργο του Μπέρτολντ Μπρεχτ.
Στις κινηματογραφικές επιλογές της υπήρξε εκλεκτική, εξ ου και οι μόλις 11 ταινίες της. Μεταξύ άλλων, συνεργάστηκε με τον Όρσον Ουέλς («Ο κύριος Αρκάντον», 1955), τον Λουκίνο Βισκόντι («Ο Ρόκο και τ' αδέλφια του», 1960) και φυσικά τον Σαμ Γουντ της «Καμπάνας», όπου έπαιξε τη δυναμική αντάρτισσα του ισπανικού εμφυλίου που μπορούσε να προβλέπει το μέλλον. Για την ερμηνεία της στο έργο «Για ποιον χτυπά η καμπάνα», της απενεμήθη το 1944 το βραβείο Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου, ενώ το 1949 τιμήθηκε με το Βραβείο Κοκτώ στο Φεστιβάλ Μπιάριτς για την ερμηνεία της στην ταινία «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα».
Εκτός από τις αξέχαστες ερμηνείες της στο Θέατρο και τον κινηματογράφο, η Κατίνα Παξινού έκανε μεταφράσεις θεατρικών έργων του Ευγένιου Ο' Νιλ και έγραψε τη μουσική για την παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, που ανέβασε το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη το 1933 και σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή το 1952.
Παρασημοφορήθηκε με τον Χρυσό Ανώτερο Ταξιάρχη Γεωργίου Α' και με τον Ανώτερο Ταξιάρχη της Δυτικής Γερμανίας. Τιμήθηκε ακόμη με τον τίτλο της Αξιωματούχου Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλίας και με το Βραβείο «Ιζαμπέλλα Ντ' Εστέ».
Πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου του 1973.
 
 

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

LOGGIA...η Λέσχη των Ευγενών του Χάνδακα



Η Loggia ή Loggeta ήταν Δημόσιο κτίριο, απαραίτητο σε κάθε κτήση της Βενετίας.




Ο Φτερωτός Λέων του Αγίου Μάρκου, έμβλημα της Βενετίας και η νήσος Κρήτη. Προμετωπίδα του βιβλίου Il Regno di Candia, του M. Boschini


Στο κέντρο του ιστορικού πυρήνα του Ηρακλείου, στην πλατεία Καλλεργών στην οδό Μαρτύρων 25ης Αυγούστου, τη Ruga Maistra των Ενετών, βρίσκεται η Ενετική Λέσχη («Loggia»), που αναστηλώθηκε εκ θεμελίων και στεγάζει σήμερα το Δημαρχείο της πόλης.
Είναι η τέταρτη κατά σειρά Loggia του Χάνδακα, κτισμένη σε επαφή με το δυτικό τοίχο της Armeria ή Armamento, που χρησίμευε ως αποθήκη πολεμικού υλικού. Ανοικοδομήθηκε επί Γενικού Προβλεπτή Francesco Morozini στο διάστημα 1626-1628 και ήταν το λαμπρότερο ενετικό μνημείο της Κρήτης.
 

Η Βασιλική της Vicenza, έργο του Andrea Palladio

Την εποχή της Ενετοκρατίας, τα πολιτικά και κοινωνικά ήθη χρειάζονταν ένα δημόσιο οικοδόμημα για να συνέρχονται σε αυτό οι ευγενείς, οι άρχοντες, οι φεουδάρχες, να συσκέπτονται και να αποφασίζουν για διάφορα ζητήματα που αφορούσαν την πολιτεία, την οικονομική και την εμπορική ζωή του τόπου αλλά και τους ίδιους, για να περνούν τις ελεύθερες ώρες τους συζητώντας και κυβοπαίζοντας. Ήταν είδος Επιμελητηρίου και Λέσχης με τη σημερινή έννοια.
Η πρώτη Loggia στο Χάνδακα χτίστηκε περίπου στα μέσα του 13ου αιώνα, δηλαδή στις αρχές της εγκατάστασης των ενετών στην Κρήτη, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία για την ακριβή της θέση.

Το 1325 οι ευγενείς και φεουδάρχες του Χάνδακα ζήτησαν από τη Βενετία να τους παραχωρηθεί οικόπεδο κοντά στην πλατεία για να χτίσουν νέα Loggia επειδή η υπάρχουσα "ήταν υπερβολικά εκτεθειμένη στους ανέμους, ιδίως κατά τη χειμερινή περίοδο".

Η αίτηση έγινε δεκτή και παραχωρήθηκε οικόπεδο στην πλατεία όπου οικοδομήθηκε η δεύτερη Loggia.

Αλλά και αυτή η Loggia ερειπώθηκε πιθανότατα κατά το σεισμό του 1508.

H Loggia του Χάνδακα σε σχέδιο του F. Berchet


Το 1541 κατασκευάστηκε η τρίτη Loggia σε μέρος του χώρου της σημερινής και ίσως με σχέδιο του σπουδαίου αρχιτέκτονα Michelle Sammicheli, που σχεδίαζε τότε τα τείχη της πόλης.
Η Loggia αυτή εξυπηρέτησε το σκοπό της μέχρι το 1625-1628, οπότε ο Χάνδακας είδε την ανοικοδόμηση της τέταρτης και τελευταίας, ίσως και του "λαμπρότερου μνημείου της Βενετικής Κρήτης".

Η σύγχρονη Βενετία, έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στη Loggia του Χάνδακα της Κρήτης ώστε το βενετσιάνικο περίπτερο στην έκθεση της Ρώμης το 1911 ήταν πιστή αντιγραφή της.


Ο ρυθμός της Loggia ακολουθεί τις επιταγές του ρυθμού που ήταν ιδιαίτερα προσφιλής στην Ευρώπη της Αναγέννησης την περίοδο εκείνη, τον λεγόμενο Παλλαδιανό ρυθμό, όρος που προέρχεται από τον μεγάλο αρχιτέκτονα της Αναγέννησης Ανδρέα Παραντίση επιλεγόμενο Palladio (1518-1580). Από τη γενική περιγραφή του κτηρίου γίνεται φανερή η σχέση του με το ρυθμό Palladio: τα περιστύλια με τους επάλληλους κίονες, η χρησιμοποίηση του δωρικού ρυθμού στο ισόγειο και του ιωνικού στον άνω όροφο είναι χαρακτηριστικά δείγματα τέτοιου ρυθμού. Η Loggia έχει ίδιο ρυθμό με τη Βασιλική στο Palazzo della regione στη Vicenza.

Η Loggia ήταν κτίριο διώροφο. Αντιπροσωπεύονταν και οι δύο Ελληνικοί ρυθμοί. Στο μεν ισόγειο η στοά αποτελείτο από έξι δωρικούς αρράβδωτους ημικίονες και δύο τετράγωνες παραστάδες επίσης δωρικού ρυθμού. Στον όροφο ο ρυθμός ήταν ιωνικός με οκτώ ραβδωτούς ημικίονες αντίστοιχους των κάτω. Τα τόξα μεταξύ των κιόνων, κάτω ήταν ανοιχτά ενώ στον όροφο ήταν εναλλάξ ανοιχτά και κλειστά. Η δυτική πλευρά είχε εφτά τόξα. Όλο το οικοδόμημα στηριζόταν σε ελαφρώς επικλινές βάθρο.




 
Η πρόσοψη της Armeria από τη μελέτη του Max. Ongaro

H Armeria (οπλοθήκη), μολονότι εξυπηρετούσε διαφορετικό σκοπό από τη Loggia, εν τούτοις αποτελούσαν ενιαίο οικοδόμημα.
Όπως πληροφορούμαστε από αναφορές του ( 1578 και 1580), ο Capitano Natale Dona κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να οικοδομήσει όλο το κτίριο της Armeria πριν την αναχώρησή του, ώστε να τοποθετηθούν εκεί όλα τα όπλα.

Η προσθήκη αυτή ονομάστηκε προς τιμή του Donata, και είναι το ανατολικό τμήμα του οικοδομήματος προς την πλατεία του Αγίου Τίτου.

 

Η Armeria από την πλευρά της σημερινής πλατείας Αγίου Τίτου. Η φιλανθρωπική οθωμανική κρήνη που διακρίνεται, δεν υπάρχει σήμερα

Το δυτικό τμήμα της Armeria ανεγέρθηκε από τους Ιάκωβο Κορνέρ και Γριμάνη από όπου και συνδέθηκε μετά από την κατεδάφιση τμήματος τοίχου της το 1605, η Armeria με την Loggia.
Μέσα στην Armeria υπήρχε και μια εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο.



Η Armeria κατά τη δεκαετία του 1960
Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους, το Σεπτέμβριο του 1669, η ενετική λέσχη έπαψε να εκπληρώνει τον αρχικό της προορισμό. Οι τούρκοι την χρησιμοποίησαν για να στεγάσουν την ανώτερη Οικονομική Υπηρεσία της Κρήτης του Δεφτερντάρ, που είχε σε χρήση και τη συνεχόμενη Armeria, κυρίως ως αποθήκη κυριευμένων όπλων, γνωστή και ως «Τσεπχανές».
Εκεί στεγάστηκε ο Γραμματικός της Πόρτας, ο Kapi Yazicisi, ο Χριστιανός υπάλληλος εκπρόσωπος των ραγιάδων και διεκπεραιωτής των υποθέσεών τους απέναντι στις τουρκικές αρχές.

 








H Πλατεία Καλλεργών με τη Loggia
και την Κρήνη του Νουμάν Πασά σε χαρακτικό της Daily Graphic.



Η Loggia μετά την απελευθέρωση της Κρήτης


Εκείνη την εποχή, χάρις στις προσπάθειες των Ιωσήφ Χατζηδάκη, Στέφανου Ξανθουδίδη, του ‘Αγγλου Αρχαιολόγου ‘Αρθουρ ‘Εβανς και του Ιταλού ‘Αλμπερτ, ήλθε στο φως ο Μινωικός Πολιτισμός που κατέπληξε τον κόσμο. Έτσι, αποφασίστηκε δια Νόμου, η στέγαση του πολύτιμου αρχαιολογικού θησαυρού των Μινωιτών στην ιστορική Loggia.

Η μελέτη του μηχανικού Νικ. Σαλίβερου για τη μετατροπή της Loggia
σε Αρχαιολογικό Μουσείο

Το 1900, εκτίθεται σε μειοδοτική δημοπρασία η μεταρρύθμιση του μνημείου σε Αρχαιολογικό Μουσείο, βάσει των σχεδίων του μηχανικού δημοσίων έργων κ. Ν. Σαλίβερου. Αφού δαπανήθηκαν πολλά χρήματα κατά τις εργασίες μεταρρύθμισης, διαπιστώθηκε ότι το οικοδόμημα δεν είχε την απαιτούμενη στερεότητα και αντοχή. Κατά συνέπεια, εγκατέλειψαν το μνημείο περιβλημένο με ικριώματα και έτοιμο να καταρρεύσει.
Τα έτη 1900 – 1902 βρισκόταν στην Κρήτη ο Giuseppe Gerola ως απεσταλμένος του R. Istituto Veneto delle Scienze, lettere ed arti, (Βασιλικού Ινστιτούτου Βενετίας Επιστη- μών Γραμμάτων και Τεχνών ) με αποκλειστικό σκοπό τη μελέτη και καταγραφή των ενετικών μνημείων της Κρήτης.


Η Loggia περιβλημένη με ικριώματα σε φωτογραφία του G. Gerola των αρχών του 20ου αιώνα


Ο Gerola ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη Loggia και αφού συνέλεξε όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, τα απέστειλε στον ιταλό αρχιτέκτονα Federico Berchet για να εκπονήσει το σχέδιο αναστήλωσης της Loggia.
 Ο Berchet παρουσίασε το σχέδιό του στον Πρίγκιπα Γεώργιο, Ύπατο Αρμοστή της Κρήτης. Το σχέδιο δεν προχώρησε σε εφαρμογή λόγω δριμύτατης αντίδρασης για τη σκοπιμότητα ή μη της διατήρησης του μνημείου.



Loggia και Armeria στις αρχές του 20ου αιώνα.
Φωτογραφία του G. Gerola

Το 1904, με την πρόφαση ότι ο όροφος ήταν επικινδύνως ετοιμόρροπος, κατόπιν εντολής, μια μέρα του Σεπτεμβρίου άρχισε η κατεδάφισή του. Τότε γκρεμίστηκαν τα αρχιτεκτονικά μέλη του ορόφου στο δρόμο, ακρωτηριάστηκαν τα εξέχοντα τμήματα του ισογείου και καταθρυμματίστηκαν, αντί να αφαιρούνται με προσοχή, να αριθμούνται και να φυλάσσονται, όπως αναφέρει ο Ξανθουδίδης στα «Παναθήναια» της 15ης Δεκεμβρίου 1904, που υπήρξε και αυτόπτης μάρτυρας του βανδαλισμού.
Σε αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση βρισκόταν το μνημείο της Loggia όταν σκέφτηκαν να την χρησιμοποιήσουν ως Δημαρχείο της πόλης.




Η πρόσοψη της Loggia από τη μελέτη του
Max. Ongaro.

Στις 5 Οκτωβρίου 1905, ο ‘Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης Πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας, εξέδοσε το 788 Διάταγμα «περί παραχωρήσεως της Loggia στο Δήμο Ηρακλείου για να οικοδομήσει Δημαρχιακό κατάστημα». Το Μάιο του 1914, ήλθε στο Ηράκλειο, μαζί με τον G. Gerola, ο αρχιτέκτονας Max(imiliano) Ongarο, που εκπόνησε τα γενικά σχέδια αναστήλωσης της ‘’LOGGIA”.
Στις 21 Ιανουαρίου 1915 τέθηκε επίσημα ο θεμέλιος λίθος για την αναστήλωση του ιστορικού μνημείου, από τον Γενικό Διοικητή Κρήτης Λουκά Κανακάρη Ρούφο και με την παρουσία του Γενικού Πρόξενου της Ιταλίας Bart. Godolini και του τότε Δημάρχου Ηρακλείου Στυλιανού Γεωργίου.
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, προκάλεσε δυσκολίες στην προμήθεια των αναγκαίων οικοδομικών υλικών, σίδερου, τσιμέντου κλπ. Έτσι, το έργο διακόπηκε στις αρχές Οκτωβρίου 1915.
Το Δημοτικό Συμβούλιο, σε Συνεδρίασή του της 9ης Μαϊου 1916, μετά από διαβήματα της Ιταλικής Κυβέρνησης αποφάσισε τη συνέχιση των εργασιών μέχρι την αποπεράτωση του ισογείου σύμφωνα με τις υποδείξεις του μηχανικού Μαξ ‘Ογκαρο. Εν τούτοις, το έργο διακόπηκε οριστικά.
 



Γενικά σχέδια του Ιταλού Αρχιτέκτονα Maximilian Ongaro, Εφόρου Εθνικών Μνημείων της Ενετίας το 1914.

Το 1917, ο Ιωάννης Βογιατζάκης, Δήμαρχος Ηρακλείου, ενεργώντας σύμφωνα με Αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, υπέγραψε Σύμβαση με τον αντιπρόσωπο της Κυβέρνησης Ι. Τσιριμώκο, σύμφωνα με την οποία η Κυβέρνηση θα αναλάμβανε την υποχρέωση να συνεχίσει τις εργασίες ανοικοδόμησης της Loggia με βάση τα σχέδια του Όγκαρο, και να παραδώσει το οικοδόμημα στο Δήμο κατά κυριότητα.
Ο Ευρωπαϊκός Πόλεμος και η Μικρασιατική Εκστρατεία δεν επέτρεψαν τη συνέχιση των εργασιών. Η Loggia χρησιμοποιήθηκε σαν αποθήκη ασβέστη και άλλων υλικών. Η Armeria φιλοξένησε πολλούς πρόσφυγες το 1922.

 
Η πλατεία Καλλεργών και η ερειπωμένη Loggia στις αρχές του 20ου αιώνα
Το 1931, συντάχθηκε μελέτη από το μηχανικό του Δήμου Αλέξανδρο Τσαντηράκη, βάσει των σχεδίων του Όγκαρο, για την ανοικοδόμηση τμήματος της Ενετικής Λέσχης.

To Μάρτιο του 1932 προκηρύχθηκε από το Δήμο μυστική δημοπρασία για την ανοικοδόμηση της Armeria σύμφωνα με τη μελέτη και τα σχέδια που είχαν συνταχθεί με βάση τα σχέδια του Ογκαρο από τον Αλέξανδρο Τσαντηράκη και είχαν εγκριθεί από τον τότε Διευθυντή Αναστήλωσης και συντήρησης αρχαίων και ιστορικών μνημείων, Αναστάσιο Ορλάνδο. Εργολάβος αναδείχθηκε ο Ανδρέας Μαυράκης.

 

Στις αρχές του 1935 εγκαταστάθηκαν οι δημοτικές υπηρεσίες στην Armeria.
Το 1937 εγκαταστάθηκε ο εργολάβος Ιωάννης Παπαδογιάννης για την εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου με βάση σχέδια του αρχιτέκτονα του Δήμου κ. Ιωάννη Τζομπανάκη.
Το έργο της αναστήλωσης μετά την κατεδάφισή της, έφτασε μέχρι το βάθρο της οικοδομής, στην αποκομιδή των υλικών, των γλυπτών του διαζώματος, κιόνων, ξεστών λιθοδομών κλπ.
Τα νέα πολεμικά γεγονότα του 1940 και η Γερμανική Κατοχή διέκοψαν το έργο.
Ύστερα από μισό αιώνα, το 1960, επί Δημαρχίας Νικ. Κρασαδάκη, ανατέθηκε στους αρχιτέκτονες Ιωάννη Τζομπανάκη και στην Εριφύλη Μαθιουδάκη, η σύνταξη μελέτης αναστήλωσης της Loggia Ηρακλείου και η επίβλεψη των εργασιών.


Σχέδια μελέτης του 1961.
Μελετητές, Ιωάννης Τζομπανάκης – Εριφύλη Μαθιουδάκη

Η αναστηλωμένη ή μάλλον η εκ θεμελίων ανακατασκευασμένη Ενετική Λέσχη, όπως και η σύνδεσή της με την ήδη αναστηλωμένη Armeria,ανοικοδομήθηκαν με νέα αρχιτεκτονικά μέλη και νέα υλικά.
Τα προβλήματα που προέκυψαν, ήταν:
Α) από τη μια πλευρά η αναστήλωση – ανακατασκευή δεν έπρεπε να ήταν ελεύθερη και αυθαίρετη, αλλά όσο το δυνατόν αντικειμενική, με ακριβή εκ νέου κατασκευή των αρχιτεκτονικών μελών από πλευράς μορφολογίας και υλικών και εκ παραλλήλου να διατηρηθεί η διάταξη του χώρου και η λειτουργία του κτιρίου σύμφωνα με την αρχική οικοδόμηση ώστε να μείνει αναλλοίωτος ο χαρακτήρας του μνημείου.

Β) από την άλλη πλευρά η κτιριολογική σύνδεση του προς αναστήλωση – ανακατασκευή τμήματος της Loggia με τον κορμό του Δημαρχείου (Armeria), και η προσαρμογή του ιστορικού μνημείου στις σύγχρονες απαιτήσεις.
Για την αντιμετώπιση του (Α) προβλήματος, χρησιμοποιήθηκαν:

  • το βάθρο της Loggia που είχε ανακατασκευαστεί προπολεμικά καθώς και το υφιστάμενο Δημοτικό Mέγαρο Armeria.
  • Φωτογραφίες του μνημείου δημοσιευμένες στο “Monumenti Veneti dell’ isola di Creta”, Vol. III (Venezia 1917), του Giuseppe Gerola.
  • Τα Γενικά σχέδια του Ιταλού Αρχιτέκτονα Maximilian Ongaro, Εφόρου Εθνικών Μνημείων της Ενετίας.
  • Τα ελάχιστα περισωθέντα μικρά τεμάχια από πρωτογενή αρχιτεκτονικά μέλη του κατεδαφισθέντος κτιρίου, καθώς και τμήματα αρχιτεκτονικών μελών.
Το Αρχαιολογικό Συμβούλιο με την 62/3.11.1961 Πράξη του ενέκρινε τα οριστικά σχέδια της Loggia, και με την 4753/12.4.1962 Απόφαση «περί εκτελέσεως εργασιών αναστηλώσεως της Ενετικής Λέσχης Ηρακλείου», αποφασίστηκε η εκτέλεση της πρώτης φάσης του έργου και συγκεκριμένα η ανοικοδόμηση του πρόσθιου κύριου τμήματος.
Στις 5 Μαΐου του 1962 ξεκίνησαν οι εργασίες ανακατασκευής στη Loggia.

Από τις εργασίες ανακατασκευής της Loggia κατά το 1962

Επί Δημαρχίας Ανδρέα Καλοκαιρινού, στις 12 Μαρτίου 1965, το Δημοτικό Συμβούλιο με Απόφασή του, ανέθεσε το δεύτερο τμήμα της αρχιτεκτονικής μελέτης για την ολοκλήρωση του έργου στην αρχιτέκτονα Εριφύλη Μαθιουδάκη - Λυμπερίου, δηλαδή τη διαρρύθμιση του παλαιού μεγάρου της Armeria και τη σύνδεσή του με την Loggia.



 
Σχέδια μελέτης του 1965. Μελετήτρια Αρχιτέκτων κ. Εριφύλη Μαθιουδάκη

Τον Οκτώβριο του 1976 ο ΕΟΤ ανέθεσε στην ίδια αρχιτέκτονα την εκπόνηση της μελέτης επίπλωσης και διακόσμησης της ‘’LOGGIA’’.
Μελέτη Επίπλωσης – Διακόσμησης της ανακατασκευασμένης loggia, της Εριφύλης Μαθιουδάκη - Λυμπερίου


Το 1978 υποβλήθηκε η Οριστική Μελέτη και η Μελέτη Εφαρμογής επίπλωσης και διακόσμησης της Lοggia στην Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Κρήτης και στον ΕΟΤ . Η μελέτη βασίστηκε στα στοιχεία και τις φωτογραφίες που συνέλεξε η αρχιτέκτονας από μουσεία στην Ιταλία (Φλωρεντία, Βενετία Βιντσέντζα κλπ).

Η πρόσοψη της Loggia κατά την κατασκευή του ορόφου
Οι μετόπες της Loggia, κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις φωτογραφίες του Gerola και τις ελάχιστες αυθεντικές (μετόπες) που βρίσκονται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης σε καλούπια, που διαμορφώθηκαν βάσει προπλασμάτων από πηλό, με μείγμα λευκού τσιμέντου και τρήματα πέτρας όπως οι κιονίσκοι των στηθαίων και οι οδόντες του γείσου.

 

Η ανακατασκευασμένη επιτέλους Ενετική Λέσχη των Ευγενών του Χάνδακα, μετά από τόσες δεκαετίες και τόσες περιπέτειες, στέγασε τις Υπηρεσίες του Δήμου και το Γραφείο Δημάρχου και άρχισε να φιλοξενεί το Δημοτικό Συμβούλιο για τις συνεδριάσεις του στη μεγαλοπρεπή μεγάλη αίθουσά της.
 

To 1988, σε πανευρωπαϊκό διαγωνισμό ανάμεσα σε 34 χώρες, η ανακατασκευή της Loggia διακρίθηκε κερδίζοντας το Διεθνές Βραβείο της Europa Nostra.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011


Μαρία Χανιωτάκη
Υφές Ονείρου
(Εικαστικές και Σκηνογραφικές Συνθέσεις )

στη
Βασιλική του Αγίου Μάρκου στο Ηράκλειο
 Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011 – Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011
 
Εγκαίνια : Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011, 6-10 μμ


                   Επιμέλεια  Έκθεσης :
                   Αιμιλία Κακουριώτη , Αρχιτέκτων Μηχανικός Σκηνογράφος
                   Γιούλη  Σκουρνέτου, Αρχιτέκτων Μηχανικός


(Ώρες λειτουργίας Βασιλικής Αγίου Μάρκου
Δευ- Παρ: 9-1.30 πμ. και 6-9 μμ
και Σάββατο : 9- 1.30 πμ)


Η Μαρία Χανιωτάκη εκθέτει από το Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2001 έως το Σάββατο 5 Φεβρουαρίου στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, Σκηνογραφικές και Εικαστικές Συνθέσεις  των τελευταίων χρόνων της δημιουργικής της πορείας.
Πρόκειται για μια έκθεση - ταξίδι στον ονειρικό κόσμο του Θεάτρου μέσα από φωτογραφίες, σκηνικά και κουστούμια από διάφορες παραστάσεις.
Συνοδοιπόρος στο ταξίδι είναι και η ιδιαίτερη εικαστική δουλειά της Μαρίας Χανιωτάκη, στηριγμένη στη βαθιά σκηνογραφική της αντίληψη που την καθιστά μια δημιουργό με δικό της ξεχωριστό καλλιτεχνικό ύφος.


«Η  Μαρία  Χανιωτάκη  είναι  σκηνογράφος. Είναι όμως  και  ποιήτρια ,που εκφράζεται  μέσα από το  παραμύθι  και τη ζωγραφική. Η  φαινομενική πολυπραγμοσύνη της συνθέτει  ένα παζλ μιας και μοναδικής εκφραστικής δύναμης.

Άυλα,  ονειρικά, λαμπυρίζοντα, απλώνονται  τα Λουλούδια στους Αγρούς και η Ηχώ στον Αέρα…στη νέα ενότητα της εικαστικής δουλειάς της. Με στρας, φτερά και  χρώματα σε σκόνη, αιχμαλωτίζεται ο  Χώρος –το Φως στα χρωματιστά Λουλούδια ,η Κίνηση  στον Κύκνο, ο  Ήχος στην Ηχώ. Με  φωτογραφίες σε διαφάνειες αιχμαλωτίζεται ο  Χρόνος…

Αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις των υλικών,  επεκτείνονται σε μεταμορφώσεις  προσώπων, συχνά πρόσωπα του ιδιωτικού της χώρου. Ανθρώπινες μορφές ερμηνεύουν λουλούδια, και  πρόσωπα με συναισθηματική η  συμβολική βαρύτητα μεταμορφώνονται σε Αγίους. Η Φύση  προσωποποιείται ,οι Άγιοι εξανθρωπίζονται, τα Πρόσωπα  γίνονται   Μύθοι.

Τη θηλυκή υπόσταση με θρησκευτικές προεκτάσεις τιμά, με το  πολυεπίπεδο έργο της Αγία. Η ελεγειακή μορφή της Αγίας, πολυδιάστατη στην εκτέλεση, αλλά  και  εννοιολογικά ,αιχμαλωτίζεται στον βυζαντινίζοντα τύπο, αποκτώντας διαχρονικότητα.

Η εναλλαγή  δισδιάστατων επιφανειών ,όπως το  χρυσό φωτοστέφανο , με στοιχεία που παραπέμπουν στις τρεις διαστάσεις , ανακαλεί στη μνήμη  μας έργα ευρωπαίων ζωγράφων από το  πέρασμα του Συμβολισμού στην Art Nouveau. Η τεχνοτροπία  συναντά εδώ την πηγή  έμπνευσης, τους  στίχους του  συμβολιστή ποιητή Μαλαρμέ.

Πίσω από μελετημένες μεταμορφώσεις ,που αποκαλύπτονται κάτω από ιμπρεσιονιστικές όψεις της φύσης και ,πίσω από συμβολικές προεκτάσεις, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με μια  κοσμοθεωρία ευαισθησίας και ανησυχιών…»
Εργίνα  Ξυδού,  ιστορικός Τέχνης



Για πληροφορίες και ενημέρωση:
(Μαρία Χανιωτάκη ,τηλ. 210 6728936 και mxan62@otenet.gr,  

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ...

ΕΙΘΕ ΚΑΘΕ ΔΑΚΡΥ ΤΟΥ 2011 ΝΑ ΕΙΝΑΙ
ΔΑΚΡΥ ΧΑΡΑΣ...
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Η Γέννηση...από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση

Από τον 13ο αι. έως τον 17ο αι...
Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση...
Από την Κρήτη στη Ρώμη και στη Μόσχα...

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!!



 Μωσαϊκό από τη Μονή Δαφνίου, Αττική, 11ος αι.

Μωσαϊκό στη Santa Maria Transtevere, Ρώμη, 1291

Jacopo Torriti, Μωσαϊκό στη Santa Maria Maggiore, Ρώμη, 1291-96

 Ανώνυμου, φορητή εικόνα, Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, πρώτο μισό 15ου αι.

Ανώνυμου, φορητή εικόνα, Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, πρώτο μισό 15ου αι.

Ευσταθίου του εξ Ιωαννίνων, Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, 1638


 Albrecht Altdorfer, Μουσείο Βερολίνου, 1513

Fra Αngelico, τοιχογραφία, Φλωρεντία, 1440-41

Federico Fiori Barocci, Μουσείο Prado Μαδρίτη, 1597 

Sandro Boticceli, Eθνική Πινακοθήκη Λονδίνο, περ. 1500

    Petrus Christus National Gallery of Art, Ουάσινγκτον, 1465

 Ανωνύμου, Μόσχα,  16ος αι.

Μιχαήλ Δαμασκηνός, "Η προσκύνησις των μάγων", Συλλογή Αγ. Αικατερίνης Ηράκλειο, 16ος αι.


 Τζεντίλε ντε Φαμπριάνο, Ουφφίτσι Φλωρεντία, 1423

 Μπενότσο Γκότσολι, νωπογραφία στο παρεκκλήσι του ανακτόρου των Μεδίκων, Φλωρεντία, 1423

 Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Μουσείο Μπενάκη Αθήνα, περ.1565-1575

Εμμανουήλ Λαμπάρδος, Συλλογή Ανδρεάδη, Αθήνα, 16ος αι.  

 Θεόδωρος Πουλάκης, Μουσείο  Civico Correr, Βενετία, 1675

Θεοφάνης ο Κρης, 16ος αι.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

24γράμματα – Ηλεκτρονικό Περιοδικό: Γλώσσα – Ιστορία – Πολιτισμός » H πανάκριβη πορφύρα (δείγμα χλιδής και κενοδοξίας άλλων εποχών)

24γράμματα – Ηλεκτρονικό Περιοδικό: Γλώσσα – Ιστορία – Πολιτισμός » H πανάκριβη πορφύρα (δείγμα χλιδής και κενοδοξίας άλλων εποχών)

Πορφύρα

α.Γλωσσικά,
β.Βιολογικά χαρακτηριστικά
γ.Αναφορές στην αρχαιότητα (κόστος, χρωστική ουσία, τροφή ή φάρμακο)
γράφει ο Γιώργος Σωτ. Δαμιανός

Γλωσσικά

Η λέξη πορφύρα, από την αρχαιότητα, προσδιορίζει το βαθυκόκκινο χρώμα. Η ετυμολογία της λέξης δεν είναι σαφής, αλλά προκαλεί εντύπωση ότι αναφέρεται, ακόμα, και στις πινακίδες της Κνωσού. Οι πινακίδες (και συγκεκριμένα η ΚΝ Χ976) είναι γραμμένες στη γραμμική Β (po-pu-re) και πιστοποιούν την πρωτοελληνική ταυτότητα της λέξης, ενώ αποκλείουν κάθε σχέση με ανατολικούς λαούς. Πάντως, από το μαλάκιο έχουν παραχθεί δεκάδες λέξεις της Ελληνικής, όπως: πορφυρένιος, πορφυρίτης, πορφυρογέννητος, πορφυρός, πορφυρόχρωμος.

Ο αδένας, που βρίσκεται στον τράχηλο του μαλακίου και περιέχει τη χρωστική ουσία, ονομάζεται «ανθός» .

Η πορφύρα, επιστ. ονομασία: Murex brandaris, στα Ιταλικά ονομάζεται: murice comune, στα Αγγλικά: murex, στα Γαλλικά: murex droite epine, στα Γερμανικά: Nagelschneche, στα Ισπανικά: Canailla ή buzio, Ολλανδικά: brandhoren

Βιολογικά χαρακτηριστικά

Ομοταξία : gastropoda. Οικογένεια: muricidae.

Είδος: murex brandaris (Linnaeus 1758)

Οι πορφύρες aνήκουν στην ομοταξία των γαστεροπόδων (gastropoda), ονομάστηκαν έτσι, γιατί το πόδι τους βρίσκεται κάτω από την κοιλιά τους (τη γαστέρα). Το κεφάλι τους είναι σαρκώδες και αρκετά ανεπτυγμένο. Πάνω στο κεφάλι διαθέτουν δύο ζεύγη κεραίες. Στο πρώτο ζεύγος βρίσκονται τα όργανα αφής, ενώ στο δεύτερο τα μάτια. Η σύνδεση του ζώου με το όστρακο γίνεται με πολύ ισχυρούς μυς. Είναι ερμαφρόδιτοι (πρωτοανδρικοί) οργανισμοί. Στην ίδια ομοταξία ανήκουν τα σαλιγκάρια της ξηράς και της θάλασσας, οι πεταλίδες, τα αυτιά της θάλασσας και άλλα.

Τα περισσότερα είδη της οικογενείας μυριξ, muricidae, διαθέτουν έναν αδένα που εκκρίνει μια χρωστική ουσία, την πορφύρα.

Προσοχή!!! Δεν είναι βρώσιμα, το κρέας τους είναι τοξικό και μπορεί να προκαλέσει, ακόμα και, το θάνατο. Είναι σαρκοφάγοι οργανισμοί. Τρέφονται, δηλαδή, με στρείδια και μύδια και γι αυτό αποτελούν πραγματική απειλή για τη μυδοτροφεία

Αναφορές στην αρχαιότητα
Α. Η πανάκριβη πορφύρα

Για τους ψαράδες μας, σήμερα, η πορφύρα είναι, απλώς, ένα δόλωμα. Για τους προγόνους μας, όμως, υπήρξε πανάκριβο μέσο επίδειξης και πλουτισμού. Χρησιμοποιούσαν το Murex brandaris και το porpura haemostoma, για να βάψουν τα πανάκριβα πορφυρένια ενδύματα (και όχι μόνο). Το πορφυρένιο ύφασμα, με το χαρακτηριστικό ανεξίτηλο βαθυκόκκινο χρώμα του, ήταν πανάκριβο αγαθό στην αρχαιότητα και ισοδυναμούσε με την αξία του ασημιού (κατά τον Θεόπομπο) ή των πολύτιμων λίθων. Ήταν συνώνυμο της απόλυτης πολυτέλειας και της χλιδής. Κατά τη Ρωμαϊκή, μάλιστα, εποχή (στα χρόνια του Νέρωνα), υπήρχε νόμος που απαγόρευε στους κοινούς θνητούς να φοράνε πορφυρένια ρούχα. Το κάθε όστρακο έδινε, μόνο, μια σταγόνα χρωστικής ουσίας. Αρκεί να αναλογιστείτε ότι από 12.000 κοχύλια, του είδους Murex brandaris, μπορούσαν να καρπωθούν ελάχιστα γραμμάρια πορφύρας ικανά να βάψουν ένα μόνο ύφασμα. Η βαφή δεν ήταν κατάλληλη μόνο για τα ενδύματα, αλλά και για το βάψιμο των ανακτόρων ή ακόμα για καλλυντικά προσώπου των γυναικών. Βλέπετε, η κενοδοξία και η απληστία του ανθρώπου είναι διαχρονικό χαρακτηριστικό του. Μη φανταστείτε ότι οι πρόγονοι σέβονταν περισσότερο τη φύση από εμάς. Απλούστατα δεν μπορούσαν (γιατί δεν είχαν τα μέσα) να την πλήξουν ανεπανόρθωτα, πράγμα το οποίο, δυστυχώς, το «πέτυχαν» στην εποχή μας.

Β. Η χρήση της ως χρωστική ουσία

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι γεμάτες (Ομήρου Ιλιάδα: Γ 125- 128, Η 221, Ω 796. Ομήρου Οδύσσεια, δ 115, κ 351, ω 226) από αναφορές στην πορφύρα: η Ανδρομάχη και η Ελένη, για παράδειγμα, κεντούν πορφυρένια υφάσματα. Ακόμα και ο Αγαμέμνονας, ο Οδυσσέας ή ο Τηλέμαχος παρουσιάζονται να κρατούν πορφυρένιο ύφασμα. Τέλος, η τέφρα του Έκτορα τοποθετήθηκε σε πορφυρένιο ύφασμα. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί, επίσης, τον όρο “αλιπορφυρα” (: θαλάσσια πορφύρα) για να τη διακρίνει από τη φυτική πορφύρα που είχε, σαφέστατα, μικρότερη αξία. Γενικά, το πορφυρένιο χρώμα πρόσδιδε κύρος και γόητρο και γι αυτό το χρησιμοποιούσαν μόνο βασιλείς και ιερείς. Η πορφύρα αναφέρεται ακόμα και στον Πίνδαρο και στο Σιμωνίδη (13D, 371P), ενώ στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου αναφέρονται, μέχρι και, πορφυρένιοι τάπητες. Εκτενή αναφορά στην πορφύρα γίνεται και στον Πλάτωνα (Κρίτιας 120b και Τίμαιος 67c). Αμέτρητα σπασμένα όστρακα βρέθηκαν στο Παλαιοκάστρο της Κρήτης, στη Λεύκη (το σημερινό Κουφονήσι, που υπήρξε η μεγάλη «βιομηχανία» της χρωστικής ουσίας για όλη τη Μεσόγειο), στα Κύθηρα αλλά ακόμα και στον ίδιο το βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών, που μαρτυρούν τα εργαστήρια παραγωγής χρωμάτων. Αναφορά στην επεξεργασία της χρωστικής ουσίας γίνεται στον Αριστοτέλη (περί Ζώων Ιστορίας V15), αλλά, κυρίως, στον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Historia naturalis IX, 124- 142) ο οποίος υποστηρίζει, εκτός των άλλων, ότι η καλύτερη πορφύρα της Ευρώπης παράγεται στις ακτές της Λακωνίας.

Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες, αφού αφαιρούσαν τον «ανθό», τον έβαζαν στην άλμη και πρόσθεταν λίγο ξύδι. Το άφηναν στον ήλιο και σιγά – σιγά το χρώμα από κίτρινο γινόταν κατακόκκινο. Τότε το αραίωναν ή το συμπύκνωναν με το βράσιμο. Αν σ’ αυτήν τη βαφή προσέθεταν άνθη υακίνθου το χρώμα ήταν βιολετί, αλλά, σαφέστατα, εθεωρείτο κατώτερης ποιότητας.

Γ. Η πορφύρα ως «τροφή» ή ως φάρμακο;

Οι πορφύρες δεν είναι βρώσιμη τροφή. Προκαλούν, ακόμα και, το θάνατο. Πάντως, σε αρχαία κείμενα υπάρχουν μαρτυρίες για την παρασκευή τους, αλλά, μάλλον, και τότε, τις χρησιμοποιούσαν περισσότερο για φαρμακευτική χρήση παρά ως κύρια τροφή.

Κατά τον γιατρό Ξενοκράτη (περί της των ένυδρων τροφής Γ΄ΧΧΙΙ) οι καλύτερες πορφύρες είναι οι σκληρότερες. Αν τις φάμε με μέτρο είναι «διουρητικοί, ιδρωτικοί, σιελοποιοι». Αν, όμως, υπερβάλλουμε είναι «χολερώδεις και ναυτιώδεις»

Ο γιατρός Ορειβάσιος (Ορειβασ. Λογ. Δ΄κζ΄) υποστηρίζει ότι για να αποκτήσουν πιο γλυκιά γεύση πρέπει να τα βράσουν δυο τρεις φορές σε καθαρό νερό. Ο Ορειβάσιος, ακόμα, σε άλλο κείμενο (Συν. Β΄νγ΄) υποστηρίζει ότι η πορφύρα ως τροφή δεν έχει καμία αξία, αλλά ο άλυκος χυμός της καταπολεμά τις παθήσεις του στομάχου. Σήμερα, πάντως, οι επιστημονες θεωρούν ότι το κρέας τους είναι μόνιμα τοξικό (: δηλητηριώδες), ακόμα και αν το βράσουμε.

Ο Λατίνος Ιστορικός, ο Πλίνιος, ο Πρεσβύτερος, (Historia naturalis IX, 124- 142) μας δίνει μία από τις ελάχιστες αναφορές αλιείας με πεταχτάρι στην αρχαιότητα. Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι οι αρχαίοι ψαράδες έδεναν ημιθανή μύδια και τα πέταγαν στη θάλασσα, ώσπου να κολλήσει επάνω τους η πορφύρα. Τότε, τράβαγαν γρήγορα το δόλωμα μαζί με την πορφύρα.

Πηγές:
Ομήρου Ιλιάδα: Γ 125- 128, Η 221, Ω 796.

Ομήρου Οδύσσεια, δ 115, κ 351, ω 226

Σιμωνίδης (13D, 371P)

Πλάτωνας (Κρίτιας 120b και Τίμαιος 67c)

Αριστοτέλης (περί Ζώων Ιστορίας V15)

Ξενοκράτης (περί της των ένυδρων τροφής Γ΄ΧΧΙΙ)

Ορειβάσιος (Ορειβασ. Λογ. Δ΄κζ΄)

Πλίνιος, ο Πρεσβύτερος, (Historia naturalis IX, 124- 142)

Βιβλιογραφία:
1. Λίλιαν Καραλη – Γιαννακοπούλου, “Η πορφύρα μια πολύτιμη χρωστική της αρχαιότητας” Ανθρωπολογικά Ανάλεκτα, Ελλ. Ανθρωπολογική Εταιρεία , 1988, τόμος 49, τευχ. Β.

2. Δημητρίου Π. Παπαναστασίου, Αλιεύματα, τομ. Β, εκδ Ιων.

3. J. Arrecgros. Coquillages marins. Lausanne, Librairie Payot, 1958.

4. S. Peter Dance. Conchiglie. London, Dorling Kindersley, 1992.

5. Radwin, G. E. and A. D’Attilio, 1986. Murex shells of the world. An illustrated guide to the Muricidae, Stanford University Press, USA, σελ. 284