Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Γυναικες για όλες τις εποχές...

Άννα Αχμάτοβα (1889-1966)
Ποιήτρια

Το πραγματικό της όνομα ήταν Αννα Αντρέγεβνα Γκορένκο. Πέρασε το μεγαλύτερο κομμάτι της παιδικής της ηλικίας στην Αγία Πετρούπολη και τη γύρω περιοχή. Όταν άρχισε να γράφει ποίηση η Αννα διάλεξε το επώνυμο Αχμάτοβα, που ανήκε σε μία προγιαγιά της από τη φυλή των Τατάρων, απόγονη του θρυλικού Τζένγκις Χαν. Η Αννα Αχμάτοβα χαρακτηρίστηκε από το σοβιετικό καθεστώς «αγία και πόρνη». Μία ασκητική φιγούρα που κατάφερε να μετουσιώσει το προσωπικό της δράμα σε συλλογική εμπειρία και να εκφράσει μέσα από τα ποιήματά της τον πόνο ενός ολόκληρου λαού, που την ανακήρυξε αγία μαθαίνοντας απέξω τους στίχους της και απαγγέλλοντάς τους κρυφά, μακριά από τα αυτιά του Στάλιν.
Συγχρόνως όμως ήταν μια γυναίκα που εξέπεμπε τεράστια γοητεία. Αυτή η όμορφη γυναίκα, κατέληγε σχεδόν πάντα παρατημένη και απογοητευμένη. Οι δυστυχισμένοι γάμοι και οι καταστροφικές σχέσεις συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής της.
 
Αφιέρωση
Με τέτοια θλίψη λυγίζουν τα βουνά
Και το ποτάμι ορμητικό πια δεν κυλά
Της φυλακής τα σίδερα κλειστά
Πίσω απ' αυτά, των «αιχμαλώτων τρύπες τα κελιά»
Θανατερή απλώνεται η συμφορά.
Για άλλον φυσάει αέρας δροσερός,
Για άλλον ο ήλιος που δύει είναι τερπνός-
Δεν ξέρουμε, οι ίδιοι είμαστε πάντα εδώ
Μόνο ακούμε τον ήχο του κλειδιού τραχύ
Και των φρουρών το βήμα το βαρύ.
Σάμπως και σηκωνόμασταν για Θεία Λειτουργία
Την άγρια πόλη σχίζαμε, μακριά πεζοπορία
Και συναντιόμασταν εκεί,  ξεψυχισμένοι σα νεκροί.
Ο ήλιος είναι χαμηλά και ο Νέβας φαίνεται θαμπά
Μα η ελπίδα τραγουδά, ακούγεται από μακριά.
Δάκρυα χύνει στη στιγμή... Καταδικασμένη
Κι ήδη απ' όλους πια, ξεχωρισμένη
Σαν την καρδιά της να ρημάξουν, ύστερα να την πετάξουν
Σαν κτήνη να τη σπρώξουν, φαρδιά πλατιά να την ξαπλώσουν,
Μα εκείνη όμως συνεχίζει... μόνη... τρεκλίζοντας βαδίζει...
Πού να' ναι οι φίλες μου άραγε οι τυχαίες
Από τα διαβολικά, τα χρόνια εκεί τα δυο;
Στης Σιβηρίας τις θύελλες άραγε τι βλέπουν
Τι να τους φανερώνεται στον δίσκο της σελήνης τον λευκό;
Τον ύστατο, σε όλες τους, στέλνω χαιρετισμό.

Μάρτιος 1940
 


 




Βιρτζίνια Γουλφ 

Η Βιρτζίνια Γουλφ γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1882 και αυτοκτόνησε στις 28 Μαρτίου μετά την καταστροφή του σπιτιού της στο Λονδίνο εξαιτίας των αεροπορικών βομβαρδισμών των χιτλερικών. Ήταν κόρη του κριτικού λογοτεχνίας σερ Λέσλι Στίβεν. Ο θάνατος της μητέρας της και της ετεροθαλούς αδελφής της κατά τη διάρκεια της εφηβείας της, τη σημάδεψαν, προκαλώντας της περιοδικές κρίσεις κατάθλιψης. Το 1912 παντρεύτηκε τον Λέοναρντ Γουλφ και μαζί το 1917 δημιούργησαν τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Hogarth Press στον και δημοσιεύτηκαν έργα των Τ.Σ. Έλιοτ, Ε.Μ. Φόρστερ και Κάθριν Μάνσφιλντ εκεί εκδόθηκαν και τα περισσότερα βιβλία της. Η Γουλφ υπήρξε μια από τις μεγάλες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου.Το έργο της πρωτοπόρου αυτής συγγραφέως, μαζί με εκείνο του Προυστ και του Τζόις έφερε πραγματική επανάσταση στη γραφή του μυθιστορήματος,σφράγισε για πάντα τα βρετανικά και τα ευρωπαϊκά γράμματα. Τα μυθιστορήματά της Μέχρι το φάρο, Ορλάντο, Τα κύματα και Η κυρία Νταλογουέι ανήκουν στα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της πεζογραφίας του 20ού αιώνα.
Ήταν η «μούσα του Μπλούμσμπερι», του σημαντικότερου κύκλου συγγραφέων και διανοουμένων της εποχής στον οποίο συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο Τ.Σ. Ελιοτ και ο Μπέρτραντ Ράσελ. Εξέχουσα δοκιμιογράφος, επίσης, η Γουλφ προσέδωσε στο μυθιστόρημα την ένταση τού επί μέρους και τη γοητεία των λεπτών αποχρώσεων, το φόρτισε με τον λυρισμό και τη γοητεία των αναμνήσεων, και με την επίπονη επεξεργασία της γλώσσας ξεπερνούσε την απλή περιγραφή και ανέλυε το ψυχικό τοπίο των πρωταγωνιστών αγγίζοντας τα απώτατα στρώματα της ύπαρξής τους. Η ακρίβεια και η λεπτότητα της γλώσσας αυτής άγγιζε τις πιο μύχιες σκέψεις και τα ανομολόγητα αισθήματα με έναν τρόπο άγνωστο στο ως τότε βρετανικό - και όχι μόνο - μυθιστόρημα.
Η αλληλογραφία της, που κυκλοφόρησε σε έξι τόμους, συνιστά έναν τεράστιο καθρέφτη της πνευματικής βικτωριανής και μεταβικτωριανής Αγγλίας. Η Βιρτζίνια Γουλφ ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες-συγγραφείς που το άστρο τους έλαμψε σε έναν κόσμο στον οποίο ως τότε κυριαρχούσαν οι άνδρες. Η επίδραση του έργου της ωστόσο δεν περιορίστηκε στην πεζογραφία. Ήταν εξίσου σημαντική και στο μεταπολεμικό θέατρο, όπως για παράδειγμα του Χάρολντ Πίντερ και του Εντουαρντ Αλμπι. Αρκεί μόνο να θυμίσουμε τον τίτλο του πιο διάσημου έργου του τελευταίου Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; και να σημειώσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται και οι δύο τις ανθρώπινες σχέσεις οφείλει πολλά στη συγγραφέα τού Μέχρι το φάρο.

 
 
Κατίνα Παξινού (1900-1973)
 
Η Κατίνα Παξινού υπήρξε η πρώτη ελληνίδα ηθοποιός που κατάφερε να σταθεί στο Χόλυγουντ και μάλιστα με δικούς της όρους, να διαπρέψει θεατρικά και κινηματογραφικά στην Ευρώπη, να ξεχωρίσει ως τραγωδός παγκοσμίου βεληνεκούς. Γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1900 στον Πειραιά. Σπούδασε στο Ωδείο της Γενεύης, καθώς και σε σχολές του Βερολίνου και της Βιέννης. Πρωτοεμφανίστηκε στη Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά ως ηθοποιός του λυρικού θεάτρου, στην όπερα «Αδελφή Βεατρίκη» του Δημήτρη Μητρόπουλου.
Το 1928, εμφανίζεται για πρώτη φορά στο θέατρο πρόζας ως μέλος του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, παίζοντας στο έργο του Ανρί Μπατάιγ «Γυμνή Γυναίκα». Το 1931, προσχωρεί μαζί με τον Αλέξη Μινωτή, στον Συνεταιρικό Θίασο του Αιμίλιου Βεάκη, που παρουσιάζει σημαντικά έργα του διεθνούς ρεπερτορίου, όπως: «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ευγένιου Ο' Νιλ, «Ο Πατέρας του Αυγούστου» του Στρίντμπεργκ, «Ο θείος Βάνιας» του Τσέχωφ.
Από το 1932 έως το 1940, εμφανίζεται στο Εθνικό Θέατρο, όπου ερμηνεύει ρόλους που την καταξιώνουν ως κορυφαία ηθοποιό της ελληνικής σκηνής. Με τη Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου θα εμφανιστεί στο Λονδίνο, τη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο, ερμηνεύοντας το ρόλο της Ηλέκτρας στο ομώνυμο έργο του Σοφοκλή, την Γερτρούδη στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, την Κυρία Άλβινγκ στους «Βρικόλακες» του Ίψεν. Την περίοδο του πολέμου εγκαθίσταται στις ΗΠΑ, όπου εμφανίζεται στο θέατρο Μπρόντγουεϊ και ερμηνεύει σπουδαίους ρόλους στον κινηματογράφο, με τους οποίους κερδίζει τη διεθνή αναγνώριση.
Το 1950 επιστρέφει στην Ελλάδα και εμφανίζεται πάλι μαζί με τον Αλέξη Μινωτή στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με το οποίο περιοδεύει στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Ξαναπαίζει στη Νέα Υόρκη στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Λόρκα, έργο που επαναλαμβάνει στην Αθήνα στο Θέατρο Κοτοπούλη. Μετά το 1957, εμφανίζεται μόνιμα στη Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, ερμηνεύοντας έργα του αρχαίου Θεάτρου και του σύγχρονου διεθνούς ρεπερτορίου. Ανάμεσα σ' αυτά, η «Εκάβη», η «Μήδεια», οι «Φοίνισσες» και οι «Βάκχες» του Ευριπίδη, ο «Πατέρας» του Στρίντμπεργκ, «Η επίσκεψις της γηραιάς κυρίας» του Ντίρενματ, «Το Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» του Ο' Νιλ, «Η τρελή του Σαγιό» του Ζαν Ζιροντού, ο «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ.
Το 1968 η Κατίνα Παξινού και ο Αλέξης Μινωτής, συγκροτούν θίασο που εμφανίζεται στο Θέατρο «Αυλαία» της Θεσσαλονίκης, και στο Θέατρο «Διάνα» της οδού Ιπποκράτους. Στο «Σινεάκ», το κινηματοθέατρο που αργότερα θα μετονομαστεί άστηκε σε «Θέατρο Παξινού», παίζει στα έργα «Η Ήρα και το παγώνι» του Σον Ο' Κέιζι, «Οι παλαιστές» του Στρατή Καρρά, οι «Βρικόλακες» του Ίψεν, «Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα, ενώ την περίοδο 1971 - 1972 ερμηνεύει στο Θέατρο «Πάνθεον», την τελευταία μεγάλη επιτυχία της, ως «Μάνα Κουράγιο» στο ομώνυμο έργο του Μπέρτολντ Μπρεχτ.
Στις κινηματογραφικές επιλογές της υπήρξε εκλεκτική, εξ ου και οι μόλις 11 ταινίες της. Μεταξύ άλλων, συνεργάστηκε με τον Όρσον Ουέλς («Ο κύριος Αρκάντον», 1955), τον Λουκίνο Βισκόντι («Ο Ρόκο και τ' αδέλφια του», 1960) και φυσικά τον Σαμ Γουντ της «Καμπάνας», όπου έπαιξε τη δυναμική αντάρτισσα του ισπανικού εμφυλίου που μπορούσε να προβλέπει το μέλλον. Για την ερμηνεία της στο έργο «Για ποιον χτυπά η καμπάνα», της απενεμήθη το 1944 το βραβείο Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου, ενώ το 1949 τιμήθηκε με το Βραβείο Κοκτώ στο Φεστιβάλ Μπιάριτς για την ερμηνεία της στην ταινία «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα».
Εκτός από τις αξέχαστες ερμηνείες της στο Θέατρο και τον κινηματογράφο, η Κατίνα Παξινού έκανε μεταφράσεις θεατρικών έργων του Ευγένιου Ο' Νιλ και έγραψε τη μουσική για την παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, που ανέβασε το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη το 1933 και σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή το 1952.
Παρασημοφορήθηκε με τον Χρυσό Ανώτερο Ταξιάρχη Γεωργίου Α' και με τον Ανώτερο Ταξιάρχη της Δυτικής Γερμανίας. Τιμήθηκε ακόμη με τον τίτλο της Αξιωματούχου Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλίας και με το Βραβείο «Ιζαμπέλλα Ντ' Εστέ».
Πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου του 1973.