Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

"Σχεδιαγραφήματα..."

Κάθε τόσο με πιάνει μια μανία να ξεκαθαρίζω τα αρχεία μου, που σημαίνει, να ξεκαθαρίζω ένα χάος!!! Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές τα έχω ταξινομήσει, τα έχω νοικοκυρέψει και τα έχω φυλάξει...και στο τέλος πάντα μπερδεμένα καταλήγουν!
Έτσι λοιπόν, σε ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα την Κυριακή, έπεσα σε κάποια τεύχη της φαρμακευτικής εταιρείας Roche των ετών 1970 - 1973, που βρίσκονταν στο αρχείο του πατέρα μου. Ξεφυλλίζοντάς τα, πέτυχα κάποια αφιερώματα σε μεγάλους γελοιογράφους και μου μπήκε η ιδέα να τα σκαννάρω και να τα αναρτήσω εδώ. Βέβαια, η αναφορά στους γελοιογράφους αυτούς είναι ενδεικτική, μιας και υπάρχουν αμέτρητοι κάθε εθνικότητας και εποχής. Και επίσης, όπως και στις άλλες εικαστικές τέχνες υπάρχουν καλοί, μέτριοι και κακοί, έτσι και στην τέχνη της γελοιογραφίας υπάρχουν καλοί, μέτριοι και κακοί γελοιογράφοι. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το σχεδιασμό, τη λεπτομέρεια η την έλλειψη λεπτομέρειας στην απόδοση του θέματος ενός γελοιογράφου, εκείνο που κυρίως μετράει είναι το μήνυμα που θέλει να δόσει.
Εκείνο που ίσως διαφοροποιεί τον γελοιογράφο από τον ζωγράφο είναι ο έκδηλος σαρκασμός, ο απροκάλυπτος κυνισμός, ο απόλυτος ρεαλισμός, η ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση, η ελευθερία της σκέψης αλλά κυρίως κάτι που απαιτεί δύναμη και θάρρος: ο αυτοσαρκασμός. Ακόμα και για θέματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο γελοιογράφος πετυχαίνει αυτό που θέλει να περάσει στον κόσμο, αυτοσαρκαζόμενος, ταυτίζοντας τον εαυτό του με όσα βιώνει εκείνος ως άνθρωπος και κατ΄επέκταση όλοι οι όμοιοί του συνάνθρωποι. Παρόλο που σε αυτή την ανάρτηση δεν αναφέρομαι στον Reiser, θεωρώ ότι είναι από τους πιο σοκαριστικούς γελοιογράφους ακριβώς επειδή χτυπάει εκεί που πονάμε όλοι μας: στην ανασφάλεια, στα ποικίλα συμπλέγματά μας, στη λογική του παραλόγου, στο φόβο και τη μοναξιά, στο απρόβλεπτο και απρόσμενο τέλος...
Παρουσιάζω σήμερα λοιπόν τους γελοιογράφους που "ανακάλυψα" μέσα στις σελίδες εκείνων των ξεχασμένων περιοδικών της Roche, αντιγράφοντας αποσπάσματα των κειμένων, όπως ακριβώς είχαν γραφτεί τότε...

(συγγνώμη για το μονοτονικό!!!)

"Claude Serre. Ο Serre εγγενήθη την 10ην Νοεμβρίου του 1938. Ο ίδιος διηγείται ότι η συνήθειά του να απουσιάζη από τα μαθήματα του σχολείου του υπήρξεν αιτία της αναπτύξεως μιάς κάπως ασυνήθους ποικιλίας δραστηριοτήτων εις τον καλλιτεχνικόν τομέα: ησχολήθη με διακόσμησιν πορσελανών, γελοιογραφίας, ζωγραφικήν εγχρώμων υάλων, χιουμοριστικόν σχέδιον, μωσαϊκά, διακόσμησιν επίπλων, σχεδιογράφησιν κεντημάτων και τοιχογραφιών. Έχει συμμετάσχει εις πολλάς εκδόσεις, συμπεριλαμβανομένων των Planete, Plexus, Bizarre, Hara-Kiri, Pardon, Arts, Miroir du Fantastique.
Το έργον του, με στοιχεία δηκτικά, διορατικότητα και - δια να είμεθα ειλικρινείς - ενίοτε μάλλον βαρυσήμαντον ποιότητα, μας οδηγεί εις ένα ενοχλητικόν κόσμον: εκείνο το οποίον έχει αρχίση δι' ημάς υπό μορφήν ειλικρινούς και καλοκαγάθου γέλωτος, ενδέχεται να καταλήξη εις αίσθημα πνιγμονής εις τον λαιμόν μας. Εις το έργον του Serre, οι ασθενείς σπανίως έχουν ευχάριστους ρόλους. Αι εκφραστικαί αυταί φυσιογνωμίαι, αι οποίαι επιθυμούν να γνωρίσουν τι επιφυλλάσσει το μέλλον δι' αυτάς, ενδέχεται παρά ταύτα να επαναφέρουν ωρισμένας αναμνήσεις...Και όταν ο σκύλος, ο οποίος οδηγεί τον τυφλόν, μεταβαίνη δια να συμβουλευθή τον οφθαλμίατρον, η αδιάψευστος λογική του Serre μας οδηγεί πλέον μέχρι των ορίων της φαντασίας. Η τέχνη του προσλαμβάνει βαθέως δραματικόν χαρακτήρα. Πέραν και ύπερθεν του ουσιαστικού ευφυολογήματος, ο Serre επιδεικνύει το ταλέντο του ως γελοιογράφος, του οποίου ο οξυδερκής ρεαλισμός ωθείται προς ανεύρεσιν διεξόδου δι' εκφράσεως εις κοινωνικήν και πολιτικήν σάτιραν.
Τα σχεδιαγραφήματα τα οποία παρατίθενται ενταύθα, ελήφθησαν εκ του Humour noir et hommes en blanc, συλλογής 52 χιουμοριστικών πινάκων (διαστάσεων 375 Χ 270 χιλιοστομέτρων). Grenoble, Γαλλία: Editions du Gresivaudan, 1972










"Soulas. Ο Philippe Soulas εγεννήθη εις Τουλούζην το 1932 και εδοκίμασε την ικανότητά του εις ποικίλα επαγγέλματα πριν στραφή προς το σχέδιον και την σάτιραν το 1968.
Παρά την καθυστερημένην μύησίν του, ο βαθμός της επιτυχίας του υπήρξεν αξιόλογος. Το 1970 του απενεμήθη πρώτον βραβείον εις την διεθνήν έκθεσιν του χιούμορ εις το Μόντρεαλ, ενώ παραλλήλως συμμετέσχεν εις αριθμόν αξιολόγων εκδόσεων, ως είναι αι Politique-Herbo, L'Enrage, Hara-Kiri.
Συχνάκις επιθετικός, ακόμη και δηκτικός, ο Soulas αναδεικνύεται επίσης ικανός προς επίδειξιν χάριτος και αγαθότητος. Την τελευταίαν αυτήν πλευράν του παρουσιάζομεν εις τα παραδείγματα του έργου του τα οποία δημοσιεύομεν.





"Barbe. <σκισμένη σελίδα>...είτε αναφέρεται τούτο εις ιστορικόν περίγραμμα, είτε εις τον γεωγραφικόν ορίζοντα. Εκ της αυτής πηγής αντλεί αναμφιβόλως και την αγάπην του προς τας πολυπλόκους συσκευάς, η μόνη δικαίωσις των οποίων είναι το γεγονός ότι λειτουργούν δι' εαυτάς. Αποτελούν θρίαμβον της μηχανικής τελειότητος, υπό μίαν λογικήν τόσον ακαταμάχητον, ώστε να εγγίζη τα όρια του παραλόγου. Είναι δε αυτή η ιδιότης του παραλόγου, η οποία κατ' αντανάκλασιν αποτελεί συχνάκις την καθημερινήν μας μοίραν. Τελευταία, αλλ' όχι και ολιγώτερον αξιόλογος ιδιότης του Barbe, είναι η ελκυστική ανευλάβειά του. Συνδυαζομένη προς το αίσθημα του χιούμορ, εκφράζει εκείνην την ελευθερίαν της σκέψεως, η οποία είναι τόσον απαραίτητος δια τον αληθή γελοιογράφον.
Εκδοθέν έργον του, εκ του οποίου ελήφθησαν τα παρατιθέμενα σχεδιαγραφήματα: Terre a terre, Editions Selis, Παρίσι."





Philippe Delessert. <φθαρμένη σελίδα κειμένου>...Έργα του δημοσιευθέντα: Inventaire, Denoel, Παρίσι 1965, Hue! Manne evitee, Editions L' age d' homme, Λωζάννη 1969







Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Allons enfants de la Patrie...



25 Απριλίου 1792...ο Claude Joseph Rouget de Lisle, Λοχαγός του Μηχανικού στο Στρασβούργο, μετά από εντολή του Δημάρχου της πόλης Frédéric de Dietrich, έγραψε το εμβατήριο για "τη στρατιά του Ρήνου" προς τιμή του στρατάρχη Νίκολας Λούκνερ, τη νύκτα της κήρυξης του πολέμου μεταξύ Γαλλίας και Αυστρίας.
Το εμβατήριο ονομάστηκε «Μασσαλιώτιδα» επειδή τραγουδήθηκε από τους στρατιώτες της Μασσαλίας που έφτασαν στο Παρίσι και συμμετείχαν, μεσούσης της Γαλλικής Επανάστασης, στην εξέγερση της 10ης Αυγούστου 1792 που οδήγησε στην κατάργηση της Μοναρχίας.
Η «Μασσαλιώτιδα» έγινε για πρώτη φορά Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας στις 14 Ιουλίου 1795, στην έκτη επέτειο από την Πτώση της Βαστίλης.



Το 1882 ο Ρώσος συνθέτης Pyotr Ilyich Tchaikovsky χρησιμοποίησε εκτεταμένα αποσπάσματα της Μασσαλιώτιδας για το συμφωνικό του κομψοτέχνημα «1812».


Τζαζ διασκευή από τον Jean "Django" Reinhardt με τίτλο: «Echoes of France», 1934


Διασκευασμένο απόσπασμα από τους Beatles στο ξεκίνημα του «All you need is love».


Ρέγκε διασκευή του Serge Gainsbourg με τίτλο: «Aux Armes et cetera»


Η Mireille Mathieu τραγουδάει τη Μασσαλιώτιδα, 1989

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Η τέχνη στα κελλιά της χούντας...

Από το μαύρο της σιωπής στο αιματηρό κόκκινο


«Τα παράσημα» του Λευτέρη Κανακάκη

Η δικτατορία της 21ης Απριλίου έβαλε τέλος στις πολιτιστικές δραστηριότητες. Τα δύο πρώτα χρόνια, επικράτησε μια απαγορευτική πολιτική. Η ΗΘ΄ «Πανελλήνια» έκθεση που εγκαινιάστηκε στο Ζάππειο, μια εβδομάδα πριν από το πραξικόπημα, έκλεισε και δε γράφτηκε καμία κριτική στον τότε λογοκρατούμενο Τύπο. Η πλειοψηφία των εικαστικών καλλιτεχνών αποφάσισε αυθόρμητα να μη συμμετέχει στις κρατικές εκδηλώσεις, αλλά και να μην εκθέτει ατομικά ή ομαδικά. Ηταν ένα είδος καλλιτεχνικού μποϊκοτάζ στη χούντα.
Το πρώτο δημόσιο άνοιγμα των εικαστικών ήρθε δύο χρόνια μετά το πραξικόπημα, με την έκθεση έργων του Βλάσση Κανιάρη στη «Νέα γκαλερί» στο Κολωνάκι (1969). Ηταν η ιστορική έκθεση με τους γύψους και τα γαρίφαλα, που μετά από λίγο κλείστηκε από τη χούντα. Στις 15 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς εγκαινιάστηκε η Ι΄ «Πανελλήνια». Η έκθεση οργανώθηκε από το υπουργείο Προεδρίας και όχι από το υπουργείο Παιδείας, όπως γινόταν μέχρι τότε. Οπως σημειώνει ο Τώνης Σπητέρης, «ο ρόλος της Επιτροπής υπήρξε συμβουλευτικός. Ο υπουργός Κ. Βοβολίνης υπέβαλε πολλούς καλλιτέχνες εκτός κρίσεως». Επίσης, απονεμήθηκαν τιμητικά διπλώματα σε όλους τους εκθέτες και αγοράστηκε ένα έργο από τον καθένα(!).




Βλάσσης Κανιάρης


Αντιπαράθεση των εικαστικών στην τακτική που ακολουθούσε η χούντα ως προς τη διοργάνωση των «Πανελληνίων», αλλά και ως προς τη γενικότερη πολιτική της, ήταν οι δύο μεγάλες εκθέσεις (οι «Αντι - πανελλήνιες»), στις «Νέες Μορφές» (Απρίλης του '71) και στην Αίθουσα Τέχνης του «Χίλτον» (Απρίλης - Μάης 1971). Την ίδια χρονιά στο «Χίλτον» η Μαρία Καραβέλλα παρουσίασε ένα περιβάλλον - χώρο, που έδειχνε ανθρώπους σε κελιά. Την επόμενη των εγκαινίων η έκθεση κατέβηκε από τη χούντα. Την ίδια τύχη είχε και η έκθεση του Ηλία Δεκουλάκου στο «Χίλτον» (1973). Περιελάμβανε μεγάλους πίνακες, όπου εικονίζονταν, με τη συμβολική βιαιότητα της μεγεθυμένης έγχρωμης φωτογραφίας, ανθρώπινα μέλη, σώματα και αντικείμενα σε εύγλωττες προκλητικές συνθέσεις. Η ανάγκη του καλλιτέχνη για σχολιασμό της κοινωνικής πραγματικότητας, τον οδήγησε στην περίοδο της δικτατορίας, σε ένα είδος σκληρού φωτογραφικού ρεαλισμού με έντονα κριτικό περιεχόμενο.
«Ωρα» και «Νέοι ρεαλιστές»


Δημήτρης Περδικίδης

Χώρος δημιουργίας και συσπείρωσης των προοδευτικών δυνάμεων στα χρόνια της χούντας, αλλά και αργότερα, ήταν η γκαλερί «Ωρα» του Ασαντούρ Μπαχαριάν. Από το Γενάρη του '69 και κατά τη διάρκεια όλης της χούντας, διοργάνωσε σημαντικές εκδηλώσεις και εκθέσεις. Από τις πρώτες, η μεγάλη έκθεση του Πάνου Σαραφιανού, η αναδρομική έκθεση του Θανάση Απάρτη (Απρίλης '71), της Ηρώς Κανακάκη (Δεκέμβρης '72) με σαφές πολιτικό μήνυμα. Την ίδια εποχή, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο «Γκαίτε» πραγματοποιήθηκε η μεγάλη έκθεση με τίτλο «Κριτικός ρεαλισμός - Σύγχρονοι Γερμανοί ζωγράφοι - χαράκτες». Από την επόμενη χρονιά σημειώνουμε τις εκθέσεις του Φώτη Σαρρή (Γενάρης '73) και την πολυσυζητημένη έκθεση με τους εγκλωβισμένους σε λευκούς κύβους ανθρώπους, του Δημήτρη Αληθινού. Αίσθημα ανάτασης έδωσε στον κόσμο η έκθεση της Βάσως Κατράκη (1972), αμέσως μετά την αποφυλάκισή της από τα Γιούρα. Ενα λαϊκό προσκύνημα αυθόρμητο, παρέκαμψε την παρουσία των χαφιέδων στην είσοδο της οδού Ξενοφώντος.
Σ' αυτές τις πολιτικές, κοινωνικές και καλλιτεχνικές συνθήκες, βρέθηκαν πέντε νέοι τότε καλλιτέχνες, που έκαναν στενή παρέα μεταξύ τους. Ηταν οι: Γιάννης Βαλαβανίδης, Κλεοπάτρα Δίγκα, Κυριάκος Κατζουράκης, Χρόνης Μπότσογλου και Γιάννης Ψυχοπαίδης, η ομάδα των «Νέων Ελλήνων Ρεαλιστών», που λειτούργησε στην τριετία 1971-73. Η πρώτη τους έκθεση το Μάρτη του 1972 στο Ινστιτούτο «Γκαίτε» έγινε πόλος έλξης όλων των ελεύθερων ανθρώπων. Οπως σημειώνει η Πέγκυ Κουνενάκη, «συχνά στη θεματολογία τους περιλαμβάνονται διαδηλώσεις, σχολιάζονται πρόσωπα ανώνυμα, παρμένα κυρίως από εφημερίδες και περιοδικά, πρόσωπα εξωφύλλων, επιχειρούν, δηλαδή, ουσιαστικά, μια κριτική στη διαμόρφωση αρνητικής συλλογικής συνείδησης, που πηγάζει μέσ' απ' τα ίδια τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης... Παράλληλα, με τα κείμενά τους, επιχειρούσαν να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο του καλλιτέχνη, που τον ήθελαν άτομο μαχόμενο».

Εικαστικές μαρτυρίες


«Την άλλη μέρα», έργο του Κώστα Μαλάμου

«Υπάρχουν πολλοί τρόποι ν' αποσιωπήσεις την αλήθεια, όπως υπάρχουν και πολλοί τρόποι να την πεις. Εμείς αντλούμε την αισθητική, καθώς και την ηθική μας από τις ανάγκες του αγώνα μας», σημείωνε σ' ένα κείμενό του ο Μπ. Μπρεχτ. Σ' αυτές τις ηθικές αρχές στηρίχτηκε πάντοτε η εικαστική δημιουργία. Τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας σημάδεψαν το χρωστήρα και τη σμίλη δεκάδων καλλιτεχνών μας. Αυτά τα χρόνια, η Βάσω Κατράκη εξορίστηκε στη Γυάρο, μετατρέποντας το χώρο της εξορίας της σε εργαστήριο δημιουργίας, δουλεύοντας πάνω στα βότσαλα. Η εμπειρία της δικτατορίας δημιούργησε τις σειρές «Καταστάσεις» και «Αντιγόνη». Ο Α. Τάσσος μετέφερε στο άσπρο - μαύρο της χαρακτικής του το ζοφερό κλίμα εκείνων των χρόνων και την αγωνιστική διάθεση. «Αρχάγγελος στην πύλη του Πολυτεχνείου» (1974), «17 Νοέμβρη 1973», «Ο μαύρος ήλιος» (1970), «Αύριο θα κάνει ξαστεριά» (1973)... μερικές από τις δεκάδες δημιουργίες του. Ο Βάλιας Σεμερτζίδης, με γλαφυρό τρόπο περιγράφει στο ημερολόγιό του τις ημέρες του αναβρασμού, για να σημειώσει στις 20 Νοέμβρη του '73: «Συνταγές για τη μορφή στην τέχνη δεν μπορούν να υπάρξουν, όμως το ότι η τέχνη έχει προορισμό να εκφράζει την αλήθεια, την αγάπη στον άνθρωπο, τη δίχως ενδοιασμούς συμμετοχή στους αγώνες του για ένα καλύτερο αύριο είναι σίγουρο. Ετσι δεν μπορεί να υπάρχει παρά μία και μόνη συνταγή, η τέχνη από τη ζωή και για τη ζωή». Ο Λευτέρης Κανακάκης δημιουργεί έργα που στην εποχή της δικτατορίας φτάνουν στην άμεση πολιτική κριτική των περιστάσεων («Ο Αρης», 1972, «Πένθιμο - ηρωικό», 1972, «Τα παράσημα» 1973 κ.α.). Κι είναι πολλοί ακόμη εικαστικοί: Διαμαντής Διαμαντόπουλος, Κώστας Μαλάμος, Μάριος Βατζιάς, Γιώργος Φαρσακίδης, Γιάννης Παρμακέλλης, Κυριάκος Ρόκος, Φώτης Σαρρής, Σάββας Τζανετάκης, Παναγιώτης Γράββαλος...


«Αύριο θα κάνει ξαστεριά», χαρακτικό του Τάσσου (1973)

Μαζί τους και καλλιτέχνες που τα χρόνια της χούντας ζούσαν στο εξωτερικό. Ανάμεσά τους, ο Μέμος Μακρής, ο οποίος φιλοτέχνησε το γλυπτό «Προς τιμήν των πεσόντων», που κοσμεί το ματωμένο προαύλιο του Πολυτεχνείου. Ο Δημήτρης Περδικίδης, που αν και βρισκόταν στην Ισπανία, δημιούργησε ένα πλούσιο έργο, βαμμένο στο «θανατερό μαύρο της απόλυτης σιωπής και στο αιματηρό κόκκινο του ακραίου πάθους». Ο Βαγγέλης Δημητρέας, στου οποίου το έργο διακρίνεται ο κοινωνικός και ιδεολογικός προβληματισμός, αντανάκλαση των πολιτικών και κοινωνικών καταστάσεων της εποχής.
Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 16 Νοέμβρη 2003
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ


Μαρία Καραβέλα


Γιάννης Βαλαβανίδης


Πάνος Σαραφιανός



Βάσω Κατράκη


Ηρώ Κανακάκη


Κλεοπάτρα Δίγκα



Ηλίας Δεκουλάκος



Κυριάκος Κατζουράκης

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Pablo Picasso



"Γεννήθηκε στη Μάλαγα από πατέρα δάσκαλο της τέχνης, τον Jose Ruiz Blasco. Στην ιστορία της τέχνης έμεινε όμως με το πατρικό όνομα της μητέρας του, της Maria Picasso y Lopez. Ο Πικάσο άρχισε από νεαρής ηλικίας να ζωγραφίζει και εισήχθη ήδη δεκαεξάχρονος στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Το 1897 πήρε χρυσό βραβείο με τον πρώτο πίνακά του που παρουσίασε στην Ακαδημία. Στην τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα έπιασε ο νεαρός ζωγράφος επαφή με την καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής στη Βαρκελώνη, από την οποία ενημερώθηκε για τα καλλιτεχνικά ρεύματα στην Ευρώπη. Το 1904 μετακόμισε στο Παρίσι και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στη νότια Γαλλία.
Ο Πικάσο ήταν ως ζωγράφος, γραφίστας, γλύπτης και δραματουργός ιδιαίτερα πολύπλευρος. Είναι ένας από τους πιο δημιουργικούς καλλιτέχνες της παγκόσμιας ιστορίας, αφού άφησε περίπου 20.000 αυτοτελή έργα του κάθε μορφής. Οι πίνακές του δείχνουν στο στιλ και στα μοτίβα μια ικανότητα για συνεχείς μεταλλαγές. Η εφευρετικότητα και η ευχέρειά του για πειραματισμούς δυσχεραίνουν την κατάταξή του σε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική κατηγορία.

Δεν ήταν δε μόνο οι πίνακές του σε μεγάλο βαθμό ανανεωτικοί για τις καλλιτεχνικές αντιλήψεις, π.χ. δημιούργησε μαζί με τον Braque την τεχνοτροπία του κυβισμού, οι φιγούρες στους πίνακές του παραπέμπουν σε έργα της σύγχρονης πλαστικής. Αν και οι συνεχείς μεταταλλαγές του παρεξηγήθηκαν ως έλειψη συνέπειας, θεωρείται ο Πικάσο ο πρόδρομος και ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της ζωγραφικής του 20ου αιώνα."

...αναμφισβήτητα μεγάλος...πόσο μεγάλος όμως αν δεν πρόδιδε τους συντρόφους του περνώντας στην απέναντι πλευρά του Σηκουάνα ή αν δεν έκλεβε τις ιδέες του Μπρακ και του Σουτίν;

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

ΘΕΙΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ




Μεγάλα έργα της θρησκευτικής μουσικής αφιερωμένα στο Θείο Δράμα έχουν αποδώσει όλο το μεγαλείο του, προκαλώντας στο άκουσμά τους δέος και μετατρέποντας τις αίθουσες των συναυλιών σε χώρους κατανυκτικούς. Στα πνευματικά αυτά κοντσέρτα μπορεί κανείς να διακρίνει τη μεγάλη πορεία του θρησκευτικού πολιτισμού μέσα στους λυρικούς σταθμούς των αιώνων.

Η «Γέννηση της τραγωδίας» όπως την καθόρισε πρωταρχικά ο Νίτσε, με την υψηλή αισθητική έξαρση που πηγάζει από το απέραντο αυτό φαινόμενο, εξαγνίζει τα παγανιστικά στοιχεία που την αποτελούν και τα ανυψώνει σε πνευματικότερα εδάφη.

Τα χριστιανικά μυστήρια, τα ορατόρια, τα μοτέττα, οι μεγάλες λειτουργίες, οι συμφωνίες, οι θρησκευτικές καντάτες ως το κορυφαίο λυρικό μουσικό δράμα του «Πάρσιφαλ», έχουν σημαδέψει τη μουσική δημιουργία. Ο πρώτος χριστιανικός λυρισμός δημιουργείται στη Ρώμη, την ίδια περίοδο που η «Αιώνια Πόλις», παραδομένη στα κουρασμένα φτερά της ηρωικής και ερωτικής της χίμαιρας μόλις που ακούει τις θλιβερές, μακρόσυρτες και μονωδικές μολπές των χριστιανών από τις υπόγειες κρύπτες και τις κατακόμβες της. Σε αυτές γεννιέται η νέα μουσική πραγματικότητα. Ο πρώτος χριστιανικός λυρισμός εκδηλώνεται στην εκστατική ακινησία των μελλοθανάτων που ποτίζουν με το αίμα τους τον Ρωμαϊκό ιππόδρομο. Λυρισμός που πλημμυρίζει την μουσική του Παλεστρίνα, του Μπεργκολέζε, του Ορλάντο Ντι Λάσσους, του Καρίσιμι.



Το Βυζάντιο, με την υμνωδία της Ορθόδοξης Ανατολικής εκκλησίας, ζωντανεύει τα αιώνια ιερά σύμβολα που μένουν ακατάληπτα και ανεξάντλητα επί τόσες χιλιετηρίδες: ο Θεός, ο Θεάνθρωπος, το κοσμογονικό και ηθικό όραμα της ανθρωπότητας, το θειικό δέος, το απέραντο έργο της δημιουργίας και ακόμα ο άνθρωπος ως κεντρική ιδέα της. Ο άνθρωπος σε όλο το ύφος του μεγαλείου του με τις αρετές, τις αγωνίες του, τα αγιάτρευτα πάθη του, ο άνθρωπος, νικητής του πειρασμού και θλιβερός νικημένος της αμαρτίας.

Τη βυζαντινή περίοδο χάραξε μια μεγάλη ποιητική και μουσική μορφή: Ο Ρωμανός ο Μελωδός και υμνογράφος, ο ποιητής των «κοντακίων». Ο Ρωμανός έχει χαρακτηριστεί ως ο Πίνδαρος της εκκλησιαστικής μας φιλολογίας. Η μελωδία του ρέει αυθόρμητα και ρυθμικά. Ποιος δεν ξέρει το θαυμάσιο κοντάκιο του Ρωμανού: «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει…» που στάθηκε η αφετηρία της πλουσιότερης άνθησης της εκκλησιαστικής μας φιλολογίας.

Ο Βυζαντινός μυστικισμός αντικατοπτρίζει την πληρότητα του πνεύματος και την επικοινωνία με τα βαθύτατα μυστήρια της ψυχής. Μα οι μεγάλες θεϊστικές κραυγές της Δύσης προέρχονται από τη Λουθηρανή Μεταρρύθμιση. Ο Λούθηρος έχτισε πρώτος τα κτίρια του «Κοράλ» πάνω στα οποία ο Μπαχ θα θεμελιώσει τα δικά του πολυφωνικά αιώνια οικοδομήματα. Ο καθολικισμός και η Αναγέννηση προετοίμασαν τα «όργια» των μουσικών νεοφώτιστων που κατέλυσαν τους κόσμους της εκστατικής ακινησίας και του αυστηρού ασκητισμού της τέχνης και άνοιξαν διάπλατα πύλες χαράς και ζωής. Δεκαέξι αιώνες χριστιανοσύνης κατέληξαν στο μεγάλο μουσικό θαύμα της Δύσης.



Ο Μπαχ, το κορύφωμα όλου του Μεσαίωνα, είναι μαζί και η ενσάρκωση του πνεύματος της Αναγέννησης και η συνισταμένη όλων των μουσικών δυναμικοτήτων των αιώνων. Ενώνει το μουσικό παρελθόν με το παρόν και δημιουργεί μια μουσική πραγματικότητα που ανοίγει διάπλατα την ανθρώπινη ψυχή. Αυτός ο αυστηρός Λουθηρανός δοξάζει με μια παγανιστική πνοή τα σύμβολα του καθολικισμού στην «Μεγάλη Καθολική Λειτουργία» του. Αδελφώνει τους πιστούς σε ένα παγκόσμιο «Ωσαννά» και γεφυρώνει τις αδιάλλακτες δογματικές αιρέσεις. Η Θεία Γέννηση, τα Πάθη του Κυρίου κατά Ματθαίον και Ιωάννη, δοξάζονται με πολυόργανες ορχήστρες. Η σοφή επιστήμη της αντίστιξης στα χέρια του παντοδύναμου αυτού δημιουργού μετουσιώνεται σε λυρισμό και ο μουσικός διονυσιασμός του Θείου Δράματος εξαϋλώνεται.



Ο Μπαχ, ο Χέντελ, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν είναι ο τέσσερις μουσικοί ευαγγελιστές των μουσικών αιώνων, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια, η τρικυμισμένη μουσική του Μπερλιόζ, η αγωνιώδης μεταφυσική έρευνα του Σούμαν, η φλογερή ομολογία πίστεως του Λίστ και του Μπράμς και ο ωκεανός μουσικού λυρισμού του Βάγκνερ. Το θεόπνευστο ορατόριο του Μπετόβεν «ο Χριστός στο όρος των Ελαιών» προμηνύει το φως μιας αυγής μετά το θρήνο της τραγικής νύχτας που καθρεφτίζει το φριχτό δυαδισμό του θεανθρώπου. Το credo του Μπετόβεν είναι η κάθαρση της ανθρώπινης τραγωδίας και εξαγνίζει τον δοκιμασμένο θνητό μπροστά στο μυστήριο της θείας ενανθρώπισης στο δράμα της Σταύρωσης, στο θαύμα της Ανάστασης και της Ανάληψης.

Όταν ο Μπετόβεν εξαγγέλλει την Ανάσταση του Κυρίου, το θαύμα συντελείται γι άλλη μια φορά πάνω στη γη. “Et Resurrexit…!”, «και Aναστάντα…!» είναι η μεγαλύτερη θεϊκή κραυγή όλης της μουσικής ιστορίας. Η Ανάσταση σε αυτή τη κοσμογονική στιγμή της μουσικής εξαγγέλλεται από τη γη προς τους ουρανούς.

Μόνο όταν ακούει κανείς τις μουσικές αυτές μπορεί να διακρίνει τις διαφορές στις εμπνεύσεις των δημιουργών τους, τη διαφορά ανάμεσα στο ιερό παραλήρημα του Μπαχ και τα συγκλονιστικά εξαγγέλματα του Μπετόβεν μέχρι την «Ανάσταση του Χριστού» του Αββά Περόζι: ένα ορατόριο αγνό, φωτεινά ωραίο, χωρίς τη φρενίτιδα της δοξαστικής προσευχής. Ο συνθέτης του δε ζήτησε να ανυψωθεί περισσότερο από το ύψος που τα φτερά του μπορούσαν να τον ανεβάσουν. Αισθάνεται το θείο φυσικά και απέριττα όπως αισθάνεται κανείς τον ήλιο που τον φωτίζει και τον θερμαίνει.



Οι «γοητείες της μεγάλης Παρασκευής» είναι η πιο παθιασμένη σελίδα που το θείο δράμα έχει εμπνεύσει στη μουσική. Ο Βάγκνερ, είναι εδώ ο μεσσίας ενός νέου μουσικού μυστικισμού γεμάτου πάθους που φτάνει στο κορύφωμά του με τον «Πάρσιφαλ». Το ιερό και βέβηλο μαζί μυστήριο αυτής της μουσικής, η ακαταμάχητη υποβολή της υπνωτίζουν αμέσως από την αρχή τον ακροατή με τους συμβολικούς οραματισμούς του Θείου Δράματος.



Οι μεγάλοι κλασσικοί δημιουργοί της θρησκευτικής μουσικής που άκουσαν, εμπλούτισαν και κορύφωσαν τις πρώτες μονωδίες των κυνηγημένων χριστιανών, που προσπάθησαν και κατόρθωσαν να περιγράψουν το μέγεθος και το μεγαλείο του Θείου Δράματος, παρέδωσαν τη σκυτάλη σε πολλούς ακόμα μεταγενέστερους δημιουργούς. Όμως το δικό τους μεγαλείο παραμένει διαχρονικά αμετάβλητο και προκαλεί ακόμα και σήμερα, στην ψυχρή τεχνοκρατική εποχή μας, την εσωτερική ανθρώπινη ανάγκη μας να επικοινωνήσουμε με το θείο.