Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Βαν Γκογκ.



Ίρβινγκ Στόουν, " Βαν Γκογκ, Η ζωή ενός μεγάλου ζωγράφου", εκδόσεις ΔΑΡΕΜΑ, Αθήνα 1958
σελ. 421 - 423

"΄Υστερ' από τέσσερις ώρες περνούσε τρικλίζοντας το μισοσκόταδο του καφενείου. Η κυρία Ραβού τον ακολούθησε στο δωμάτιο του και είδε αίμα πάνω στα ρούχα του. Έτρεξε αμέσως στο γιατρό Γκασσέ.
- Ώ! Βικέντιε, τι έκανες; φώναξε ο Γκασσέ μπαίνοντας στο δωμάτιό του.
- Νομίζω πως την έπαθα για τα καλα. Τι λέτε εσείς;
Ο Γκασσέ εξέτασε την πληγή.
- Ώ! Βικέντιε, καϋμένε μου φίλε, πόσο δυστυχισμένος θα ήσουν για να το κάνεις αυτό! Γιατί δεν μούπες τίποτα; Γιατί θέλεις να μας αφήσεις εμάς που σ' αγαπάμε τόσο πολύ; Δεν σκέφτηκες πόσους θαυμάσιους πίνακες θα είχες ζωγραφίσει ακόμα πριν φύγεις απ' αυτόν τον κόσμο;
- Μου κάνετε τη χάρη να μου δώσετε την πίπα μου μέσ' από την τσέπη του γιλέκου μου;
Ο γιατρός γέμισε την πίπα και την έβαλε στα δόντια του Βικέντιου
- Δώστε μου φωτιά, παρακαλώ.
- Να.
Ο Βικέντιος άρχισε να καπνίζει ήρεμα.
-Είναι Κυριακή σήμερα Βικέντιε, κι ο αδελφός σου δεν είναι στην πινακοθήκη. Ποιά είν' η διεύθυνση του;
- Δεν σας την δίνω.
- Μα πρέπει Βικέντιε. Πρέπει να τον ειδοποισωμε επειγόντως.
- Δεν θέλω να να χαλάσω την Κυριακή του Τεό. Είναι κουρασμένος, στενοχωρημένος και χρειάζεται ξεκούραση.
Τίποτα δεν μπόρεσε να πείσει τον Βικέντιο να δώση την διεύθυνση του σπιτού της Σιτέ Πιγκάλ. Ο γιατρός Γκασσέ έμεινε ως αργά την νύχτα στο προσκέφαλό του, και του φρόντιζε την πληγή του.
Ο Βικέντιος έμεινε όλη τη νύχτα με ολάνοιχτα τα μάτια χωρίς να λέει λέξη. Κάπνιζε ασταμάτητα.
Την άλλη μέρα το πρωί, ο Τεό βρήκε στην πινακοθήκη το τηλεγράφημα του Γκασσέ. Πήρε το πρώτο τραίνο για το Ποντουάζ κι από κει πήγε με το αμάξι ως το Ωβέρ.
-Τεό! είπε ο Βικέντιος
Ο Τεό έπεσε στα γόνατα δίπλα στο κρεβάτι και πήρε τον Βικέντιο στην αγκαλιά του σαν μικρό παιδί. Δεν μπορούσε να μιλήσει. ΄Οταν ήλθε ο γιατρός, ο Τεό τον έβγαλε στο διάδρομο. Ο Γκασσέ κούνησε λυπημένος το κεφάλι του.
- Δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα, φίλε μου. Δεν μπορώ να τον εγχειρήσω για να του βγάλω τη σφαίρα, γιατί είναι πολύ αδύνατος. Άν δεν είχε σιδερένια κράση, θά' χε πεθάνει στα χωράφια.
Όλη τη μέρα, ο Τεό έμεινε καθισμένος δίπλα στο κρεβάτι κρατώντας το χέρι του Βικέντιου. Σαν νύχτωσε και βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιο, άρχισαν να θυμούνται ήσυχα τα παιδικά τους χρόνια.
- Θυμάσαι το μύλο του Ρίσβικ, Βικέντιε;
- Ήταν όμορφος γέρικος μύλος, έ, Τεό;
- Περπατούσαμε δίπλα στο νερό και κάναμε σχέδια για το μέλλον.
- Κι όταν παίζαμε μεσ' στα στάρια, το καλοκαίρι, με κρατούσες από το χέρι όπως τώρα. Θυμάσαι, Τεό; Όταν ήμουν στο νοσοκομείο της Άρλ, θυμόμουν συχνά το Τσούντερτ. Ήταν όμορφα τα παιδικά μας χρόνια Τεό. Παίζαμε στον κήπο πίσω από τη κουζίνα, κάτω από τις ακακίες, κι η μαμά μας τηγάνιζε τυροπιττάκια.
- Πόσο μακρυνά μου φαίνονται όλα αυτά, Βικέντιε;
- Ναι...είναι μεγάλη η ζωή. Να κοιτάζεις τον εαυτό σου Τεό. Να προσέχεις την υγεία σου. Πρέπει να σκεφτείς τη Γιοχάννα και το μωρό. Να τους πας στην εξοχή για να βρούνε υγεία και δύναμη. Και μη μείνεις άλλο στου Γκουπίλ, Τεό. Σου εκμεταλλεύτηκαν τη ζωή σου και δεν σου δώσανε τίποτα για αντάλλαγμα.
- Θ'ανοίξω μια μικρή πινακοθήκη στ΄ όνομά μου, Βικέντιε, και η πρώτη μου έκθεση θα είναι αφιερωμένη μόνο σ' ένα άνθρωπο... τα άπαντα του Βικέντιου Βαν Γκογκ...-όπως ακριβώς τα είχες τοποθετήσει εσύ στο διαμέρισμά μας.
- Ναι, το έργο μου...Έδωσα όλη μου τη ζωή γι΄αυτό...και σχεδόν έχασα το λογικό μου.
Στο δωμάτιο απλώθηκε η ησυχία της νύχτας της Ωβέρ.
Κατά τη μία το πρωί, ο Βικέντιος γύρισε ήσυχα το κεφάλι του και ψιθύρισε.
- Τώρα θάθελα να πέθαινα, Τεό.
Ύστερα από λίγα λεπτά, έκλεισε τα μάτια του..."

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
«Έκθεση στο Βυζαντινό Μουσείο»

Από την Τρίτη 23 Μαρτίου θα είναι ανοικτή για το κοινό
στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο η έκθεση με τίτλο
«Το Βυζάντιο και η νεώτερη τέχνη. Η πρόσληψη της βυζαντινής τέχνης στην ελληνική ζωγραφική του α΄ μισού του 20ού αιώνα».

Στην έκθεση παρουσιάζονται 50 έργα από τους σημαντικότερους ζωγράφους της περιόδου (Κωστής Παρθένης, Φώτης Κόντογλου, Νίκος Εγγονόπουλος, Γιάννης Τσαρούχης, Σπύρος Παπαλουκάς, Σπύρος Βασιλείου, Αγήνορας Αστεριάδης και Πολύκλειτος Ρέγκος), πολλά από τα οποία εκτίθενται για πρώτη φορά. Στόχος της έκθεσης είναι να καταδείξει την επίδραση που άσκησε η βυζαντινή τέχνη στα εικαστικά δρώμενα, από τη στροφή του 20ου αιώνα και μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους αφομοιώθηκε στο έργο των καλλιτεχνών.

Διαρθρώνεται σε πέντε θεματικές ενότητες:
1. Κωστής Παρθένης, ο δάσκαλος και εισηγητής του διαλόγου με τη βυζαντινή τέχνη.
2. Το ταξίδι στο Άγιον Όρος: Η ανακάλυψη της βυζαντινής τέχνης· η παραγωγή αντιγράφων.
3. Ο Φώτης Κόντογλου και οι μαθητές του.
4. Οι θρησκευτικές παραγγελίες.
5. Η επίδραση της βυζαντινής τέχνης στην κοσμική παραγωγή.

Τα έργα εκτίθενται στην τελευταία αίθουσα της μόνιμης έκθεσης του Βυζαντινού Μουσείου που φέρει τον γενικό τίτλο «Το Βυζάντιο και η νεώτερη τέχνη». Όπως έγραψε για τον ειδικό κατάλογό που κυκλοφορεί ο Διευθυντής του μουσείου Δημήτρης Κωνστάντιος, πρόκειται για «μια μουσειολογική καινοτομία που αφορά την παρουσίαση της πρόσληψης του βυζαντινού πολιτισμού από τους σύγχρονους καλλιτέχνες». Φιλοδοξία του Μουσείου είναι στην αίθουσα αυτή να παρουσιάζονται εναλλασσόμενες μικρές εκθέσεις κι άλλες δράσεις «με θέματα που αφορούν τις ποικιλόμορφες συνδέσεις του Βυζαντίου με την εποχή μας. Σε κάθε περίπτωση», συνεχίζει ο Δ. Κωνστάντιος «επιθυμούμε να κρατήσουμε ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού, να ερεθίσουμε την περιέργειά του με επίκαιρα προβλήματα και να επιτελέσουμε το καθήκον μας ως ενεργό μουσείο του σήμερα».

Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 13 Ιουνίου.

Χορηγός επικοινωνίας: ΕΡΤ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πληροφορίες: Γραφείο Τύπου Βυζαντινού Μουσείου, Μάγδα Ζήνδρου
(2107294926, press@byzantinemuseum.gr)


Κ. Παρθένης, Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου (1931). Ελαιογραφία, 118 εκ. x 117 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Σπ. Λοβέρδου


Κ. Παρθένης (1878-1967), ”Γυναίκα με χρυσόψαρα”


Κ. Παρθένης, Η Ανάστασις (1917), Εθν. Πινακοθήκη


Φώτης Κόντογλου: «Αρματολοί και Κλέφτες», 1948


Φώτης Κόντογλου "Η Εις Άδου Κάθοδος", Παρεκ. οικογ. Ζαΐμη, Ρίο Πατρών


Φώτης Κόντογλου, "Ο Άγιος Χριστόφορος",1946.Τοιχογραφία. Ζωοδόχος Πηγή, Παιανία


Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985) “Αργώ”


Νίκος Εγγονόπουλος, "Η θυσία του ποιητή Ιάσωνος Κλεάνδρου εν Κομμαγηνή", 1935
αυγοτέμπερα σε χαρτόνι, 25x25 εκ.



Νίκος Εγγονόπουλος, "Ιωάννης ο Πρόδρομος", αχρονολόγητο, αυγοτέμπερα σε ξύλο, 19,5x25,5 εκ.


Γιάννης Τσαρούχης, "...αυτό το μάθημα βυζαντινής τεχνικής", Μυτιλήνη 1965


Γιάννης Τσαρούχης, "Γέννηση του Χριστού", Τέμπερα σε τέσσερα χαρτόνια, 1946


Γιάννης Τσαρούχης, «Καφενείον "Ο Παρθενών"»


Σπύρος Παπαλουκάς, "Σκήτη Αγίου Ανδρέα" (1932-5), κάρβουνο και χρωματιστά κραγιόνια
σε χαρτί, 148x137 εκ.



Σπύρος Παπαλουκάς, "Αρσανάς στο Άγιον Όρος" (1935), Λάδι σε χαρτόνι, 81x75 εκ.


Σπύρος Παπαλουκάς, Μονή Παντοκράτορος (1924), Λάδι σε χαρτόνι, 50,5x48,5 εκ.




Σπύρος Βασιλείου, Η εικονογράφηση του Αγίου Διονυσίου στη Αθήνα


Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), Πειραιάς (αχρονολόγητο;). Τέμπερα, 202 εκ. x 122 εκ. Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.


Αγήνωρ Αστεριάδης, Αγιογράφηση στο ναό της Παλαιάς Επισκοπής Τεγέας.


Αγήνωρ Αστεριάδης, Τοπίο με δέντρα (1924) Λάδι σε χαρτόνι, 34x34 εκ.


Πολύκλειτος Ρέγκος, "Χειμώνας-Μεγίστη Λαύρα", (1934), 24,5x30,5 εκ.


Πολύκλειτος Ρέγκος, "Μονή Μεγίστης Λαύρας", 1939, αυγοτέμπερα, 84x102 εκ., Συλλογή Δημοτικής Πινακοθήκης Θεσσαλονίκης


Πολύκλειτος Ρέγκος, "Θαλασσογραφία ΙΙ", αυγοτέμπερα και λάδι σε νοβοπάν, 123 x 58 εκ.

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Goran Bregovic

What a music...!!! What a life...!!!



Goran Bregovic: Ο μουσικός των Βαλκανίων

despinakontogianni.
Δημοσιεύθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2008


Ένας μουσικός που ενώνει τα Βαλκάνια και τα συναισθήματα...



Γεννημένος στο Σεράγιεβο από μητέρα Σέρβα και πατέρα Kροάτη, ο Γκόραν Μπρέγκοβιτς, αφού σπούδασε κάποια χρόνια στο Ωδείο όπου έμαθε βιολί (χωρίς να του αρέσει ιδιαίτερα), φτιάχνει στα 16 του κάποια γκρουπ και γίνεται γρήγορα ''θαμώνας'' των καλλιτεχνικών κύκλων της βοσνιακής πρωτεύουσας.

Εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του '70, γνωρίζει τον Eμίρ, που ήταν τότε ερασιτέχνης κινηματογραφιστής και μπασίστας ενός πανκ συγκροτήματος. Οι δεσμοί που συνδέουν τον Goran Bregovic και τον Emir Kusturica δεν είναι καθόλου περιστασιακοί. Πέρα από την επαγγελματική τους συνεργασία, που ήδη στέφτηκε με επιτυχία στον ''Kαιρό των Tσιγγάνων'' και στο ''Arizona Dream'', υπάρχει ανάμεσα στους δύο άνδρες μια αληθινή ιστορία φιλίας. Πρώτες παρέες, ποτά και κυρίως μεγάλη αγάπη για το ροκ. ''Tο ροκ έπαιζε έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Ήταν η μόνη δυνατότητα που είχαμε να ακούγεται η φωνή μας, να εκφράζουμε δημόσια την δυσαρέσκειά μας, χωρίς να διακινδυνεύουμε να βρεθούμε στην φυλακή ...''. Μέσα από αυτή την περίοδο της διαμαρτυρίας ήρθε η περίοδος της επανόδου στο ''σχολείο''.

O Eμίρ έφυγε στην Tσεχοσλοβακία για να σπουδάσει στην φημισμένη σχολή κινηματογράφου της Πράγας. Όσο για τον Γκόραν άρχισε να σπουδάζει φιλοσοφία και κοινωνιολογία, πράγμα που θα τον είχε χωρίς άλλο οδηγήσει στην εκπαίδευση αν δεν υπήρχε η τεράστια επιτυχία του πρώτου του δίσκου. Aκολούθησαν 15 χρόνια με το γκρουπ του ''The White Button'', όπου έκαναν μαραθώνιες συναυλίες κάτι που έκανε τον Γκόραν είδωλο της νεολαίας. Ένας ρόλος κουραστικός και ''παρεξηγημένος'' από τον οποίο απελευθερώθηκε στο τέλος της δεκαετίας του '80 για να συνθέσει την μουσική για τον ''Καιρό των Τσιγγάνων'' και για να πραγματοποιήσει επιτέλους ένα παιδικό του όνειρο, να φτιάξει ένα μικρό σπίτι στην Αδριατική.

Αλλά γρήγορα ξέσπασε ο πόλεμος στην Γιουγκοσλαβία και ο Γκόραν αναγκάστηκε να τα εγκαταλείψει όλα και να εγκατασταθεί στο Παρίσι, όπου ξαναβρήκε τον φίλο του, Εμίρ. Άνθρωποι από το ίδιο περιβάλλον, την ίδια γενιά, που είχαν περάσει τις ίδιες εμπειρίες, ο Goran Bregovic και ο Emir Kusturica συνθέτουν ένα δίδυμο στο οποίο η ταύτιση είναι τέτοια ώστε δεν χρειάζονται λέξεις για να εκφραστεί. Όπως ο Nino Rota για τον Fellini, ή ο Michael Nyman για τον Peter Greenaway, ο Goran ανέλαβε την μουσική της ταινίας ''Arizona Dream'', πριν καν αυτή αρχίσει να γυρίζεται. Δουλεύοντας με τον Kusturica, o Goran δεν σταμάτησε να συνθέτει μουσική και για άλλα φιλμ καθώς και μουσική καθαρά για κονσέρτα. Mετά την ολοκλήρωση ενός κουαρτέτου εγχόρδων που έγραψε για το BALANESCU QUARTET, στο Λονδίνο, ο Patrice Chereau του εμπιστεύεται την ''La Reine Margot'' και ο Γκόραν γράφει μια μεγαλειώδη μουσική όπου το ροκ εισβάλλει κυρίως στην σκηνή της σφαγής του Aγ. Bαρθολομαίου...

H κινηματογραφική επιτυχία της ταινίας ''O καιρός των Tσιγγάνων'' στην Eλλάδα, σηματοδότησε την επαφή του ελληνικού κοινού με τη μουσική του Goran Bregovic. Oι εντυπώσεις ήταν θαυμάσιες από αυτήν την πηγαία, αυθεντική, γεμάτη πάθος μουσική του εμπνευσμένου συνθέτη. Γρήγορα η αγάπη του κοινού για τον Goran μεγάλωσε, όταν η Aλκηστις Πρωτοψάλτη τραγούδησε κομμάτια από τον ''Kαιρό των Tσιγγάνων'', σε στίχους Λίνας Nικολακοπούλου, στον δίσκο με τίτλο ''Παραδέχτηκα'' που κυκλοφόρησε το 1991.

To 1995 αποφασίζει να παρουσιάσει για πρώτη φορά την κινηματογραφική του δουλειά ζωντανά σε ένα περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων στην Eυρώπη. Aφετηρία η αγάπη του ελληνικού κοινού για το έργο του, που το τιμά ιδιαίτερα, σε πέντε μεγαλειώδεις παραστάσεις στην Aθήνα - Hρώδειο, στην Δωδώνη και στην Θεσσαλονίκη - Θέατρο Δάσους. Mε το πέρας των καλοκαιρινών εμφανίσεων ολοκληρώνει το μιξάζ της μουσικής για την τελευταία ταινία του Emir Kusturica ''Underground'', την ταινία που κέρδισε τον Mάη του '95 στις Kάννες, τον ''Xρυσό Φοίνικα''. Tο ομώνυμο soundtrack έγινε χρυσό, συνοδεύοντας την μεγάλη επιτυχία της ταινίας.

To 1996 βρίσκει και πάλι τον Goran Bregovic στην Eλλάδα, σε μια περιοδεία μαμούθ, μαζί με τις Tσιγγάνικες Tρομπέτες του. Το 1997 αποτελεί ένα ακόμα σημαντικό σταθμό για τον καλλιτέχνη στην χώρα μας αφού καλείται να αναλάβει την τελετή λήξης της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης. Η παράσταση-υπερθέαμα παρουσιάζεται τον Δεκέμβριο και κυκλοφορεί σε CD με τίτλο : Silence of the Balkans.

To 1998 ολοκληρώνεται η πρώτη συνεργασία του με τον Γιώργο Νταλάρα σε δίσκο με τίτλο ''Θεσσαλονίκη - Γιάννενα με δυό παπούτσια πάνινα'' που έγινε πλατινένιος και σφραγίστηκε με μια πολύμηνη κοινή παρουσία στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Ο καλλιτέχνης παρουσιάζει συνεχώς νέα έργα του σε συνεχής περιοδείες σε όλο τον κόσμο την τελευταία δεκαετία (KARMEN, Tolerant Hearts, κ.α..). Η Karmen παρουσιάστηκε στην Αθήνα σε έναν κατάμεστο Κεραμεικό τον Απρίλιο του 2006.
despinakontogianni

(ΠΗΓΗ: http://www.musicheaven.gr/

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

H Σονάτα του Σεληνόφωτος...

Δεν ξέρω αν είμαι θλιμμένη που ονειρεύομαι ή ευτυχισμένη που ακόμα ονειρεύομαι...ίσως ποτέ να μη το μάθω...ίσως πάλι, απλά να αφήνομαι στα όνειρα, ποιός ξέρει? ποιός πράγματι ξέρει άραγε?



(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)

...ξέρω μόνο πως αν το αύριο γίνει αλήθεια όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το μονόλογο της γυναίκας με τα μαύρα μέσα στο τσακισμένο σπίτι με το χαμηλό φως, τα φθαρμένα έπιπλα, την απέραντη μοναξιά και τη μυρωδιά του θανάτου...ας βυθιστώ στα όνειρα πριν αρχίσει η λίγωση του φεγγαριού.

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Έκθεση Ζωγραφικής - Θωμάς Ι. Σταρίδας



Η Φύση και το αστικό περιβάλλον. H αρμονία του φυσικού από τη μια και το άψυχο του τεχνητού από την άλλη, διαμετρικά αντίθετα, αλλά συνυπάρχοντα. Στη σχέση τους, το φυσικό στοιχείο ( δέντρο, χορτάρι ζώο) χάνεται διαρκώς, ολοένα και περισσότερο, κάτω από τις αυστηρές αστικές δομές, καταλήγοντας σε ένα ασταθές και μη βιώσιμο περιβάλλον. Η Φύση νοσεί, οπότε αντιδρά στο αστικό κατασκεύασμα. Οι φυσικές καταστροφές είναι οι αντιδράσεις του ανοσοποιητικού συστήματος της Φύσης, αναπόφευκτες αλλά και αναγκαίες. Όσο η συνεχιζόμενη αλαζονεία του ανθρώπου απέναντι στη Φύση που ήδη νοσεί, διεγείρει την αντίδραση όλων των στοιχείων της, η νομοτελειακή καταστροφή του ανθρώπινου πολιτισμού είναι προδιαγεγραμμένη.
Αυτή η πραγματικότητα, είναι μια από τις δυο βασικές θεματικές ενότητες αυτής της έκθεσης που κλίνεται σε δυο χρόνους. Στο Τώρα, όπου η Φύση εμφανίζεται φυλακισμένη, περιορισμένη μέσα στις βαριές αρχιτεκτονικές φόρμες και στην ανθρώπινη υπεροψία. Και στο Μέλλον, όπου η δυναμικότητά της έχει επιβληθεί στο «τετράγωνο» του ανθρώπου, εγκαθιστώντας ξανά την φυσική τάξη πραγμάτων.

Ζωγραφικά, τα φυσικά στοιχεία διατηρούν τη μορφολογία τους, γιατί έτσι τονίζεται η ακεραιότητά τους, αναδεικνύεται η φυσικότητά τους, η ύπαρξη και το μόνιμό τους. Αντίθετα, το τεχνητό απλοποιείται σε ευθεία και γωνία, τις βασικές αρχιτεκτονικές μονάδες. Έτσι, τονίζεται η διάκριση και η σύγκρουση μεταξύ του φυσικού και του τεχνητού.
Η δεύτερη θεματική ενότητα πραγματεύεται την ύπαρξη του ανθρώπου ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό. Προσεγγίζει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου-παιδί της Φύσης μέσα στο σκληρό περιβάλλον της πόλης. Αποτυπώνει την τραυματική εμπειρία που βιώνει από τη σύγκρουση φυσικού και τεχνητού.
Στο άστυ, ο άνθρωπος πίστεψε ότι βρήκε την ιδανική λύση επιβίωσης και διαβίωσης. Η αστική πραγματικότητα όμως, κατέπνιξε την ελευθερία και το πνεύμα του ανθρώπου. Γέννησε το φόβο, την καχυποψία, την απόγνωση, την απομόνωση, τη βιαιότητα και τη ματαιοδοξία, και κατέληξε στην αλλοτρίωση της ύπαρξής του. Ως μέρος της Φύσης υποφέρει κι εκείνος από το αστικό καθεστώς. Έτσι, η «λύση» του έγινε και η πηγή του προβλήματός του.

Η επίγνωση του δραματικού Τώρα, ας ελπίσουμε να φέρει στο Μέλλον ένα ανθρώπινο πολιτισμό ευγένειας, αμοιβαίας συνύπαρξης και σεβασμού απέναντι στη Φύση.

Ηράκλειο 2010
Θωμάς Ι. Σταρίδας

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Art Nouveau



Με τον όρο Art Nouveau αναφερόμαστε στο διεθνές καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Ανάλογα με τον γεωγραφικο τόπο στον οποίο εξελίχθηκε, έλαβε διάφορες ονομασίες, όπως Stile Liberty στην Ιταλία, Μοντέρνο Στυλ στην Αμερική ή Μοντερνισμός στην Ισπανία, ενώ στη Γερμανία εμφανίστηκε με τον όρο Jugendstil. Ο γαλλικός όρος Αrt Νouveau χρησιμοποιήθηκε στη Γαλλία και το Βέλγιο κι αποδίδεται ως Νέα Τέχνη. Ως κίνημα δε διέθετε μεγάλη ομοιογένεια, εκδηλώθηκε κυρίως στο χώρο της διακόσμησης και της αρχιτεκτονικής, αγγίζοντας όμως κι όλους τους τομείς της καλλιτεχνικής έκφρασης κι επηρέασε μεταγενέστερες τάσεις στη Μοντέρνα Τέχνη.



Το ύφος της θεωρείται πως άρχισε να διαμορφώνεται στη δεκαετία του 1880 αλλά η περίοδος σημαντικής ακμής του τοποθετείται χρονικά στο διάστημα 1892-1902. Μετά το 1905 συναντούμε περιορισμένες και μεμονωμένες εκφράσεις του. Αποτέλεσε κίνημα με διεθνή χαρακτηριστικά, καθώς αναπτύχθηκε σε πολλές διαφορετικές χώρες μεταξύ των οποίων η Αμερική, η Αγγλία, η Ολλανδία κι η Σκανδιναβία.



Η ονομασία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από σύγχρονους κριτικούς τέχνης στο Βέλγιο και αργότερα αποτέλεσε την ονομασία της γκαλερί του Παρισιού Maison de l' Art Nouveau, υπό τη διεύθυνση του Samuel Bing και που ειδικευόταν σε σύγχρονα έργα Αρ Νουβό καλλιτεχνών. Εκεί εκτίθενται έργα καλλιτεχνών, που θεωρούνται σήμερα ως πατέρες του κινήματος, όπως ο Edvard Munch, ή o γλύπτης Ροντέν. Παρά τη καλλιτεχνική δραστηριότητα της πόλης του Παρισιού, φαίνεται πως εξελίχθηκε ακόμα περισσότερο στη Nancy, τόσο ώστε να δημιουργηθεί κι η αντίστοιχη Σχολή της. Καταλυτικό όμως ρόλο στην εξέλιξη της θεωρείται πως διαδραμάτισε η Διεθνής Έκθεση του 1900 στο Παρίσι, όπου το πρωτοποριακό νέο ύφος κυριάρχησε.



Βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κινήματος είναι η επιτήδευση της μορφής, κυρίως για στοιχεία που αντλούνται από τη φύση καθώς κι η στενή συσχέτιση του με το κίνημα του συμβολισμού. Συνδέθηκε ακόμα με την ιαπωνική και τη γοτθική τέχνη. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι ιαπωνικές επιρροές εντείνονται διαρκώς, όπως το μαρτυρά δημοσίευση του περιοδικού Καλλιτεχνική Ιαπωνία (1881-1991) από τον Samuel Bing, καθώς κι οι εκθέσεις ιαπωνικής τέχνης που οργανώνονται από τη Κεντρική Ένωση Διακοσμητικών Τεχνών (1893) και Σχολή Καλών Τεχνών (1890). Η ιαπωνική τέχνη προσέφερε στην Αρ Νουβό μίμηση των φυσικών μορφών αλλά και την αναζήτηση περίπλοκων διακοσμητικών θεμάτων.



Ένα άλλο χαρακτηριστικό της, είν' η διάθεση των καλλιτεχνών να καταργήσουν τις αποστάσεις μεταξύ των διαφορετικών μορφών της τέχνης, τις οποίες και προσπαθούν να ενοποιήσουν. Για το λόγο αυτό θεωρείται και συνολικό ύφος που συνδέθηκε με κάθε είδους σχέδιο, στην αρχιτεκτονική, στην εσωτερική διακόσμηση, στη γλυπτική, στην επιπλοποιΐα, στα κοσμήματα, στη βιοτεχνία και αλλού. Τα νέα καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά της θεωρείται πως προετοίμασαν τα μεταγενέστερα πρωτοποριακά κινήματα του 20ου αιώνα, όπως, εξπρεσιονισμός, κυβισμός κι υπερρεαλισμός.
(Πηγή: http://www.interior357.com)



Χρονολόγιο:

1853 Ο Αμερικανός Αρχιπλοίαρχος Matthew Calbraith Perry, ανοίγει το δρόμο της Ιαπωνίας προς τη Δύση, καταπλέοντας στο Τόκυο
1859 Ο Κάρολος Δαρβίνος δημοσιεύει την "Καταγωγή των Ειδών"
1871 Ήττα της Γαλλίας στον Πρωσσικό πόλεμο. Ένωση της Γερμανίας
1874 Οι πρώτοι Ιμπρεσσιονιστές εκθέτουν στο Παρίσι
1875 Η Αγγλική Εταιρεία Morris & Co. παρουσιάζει το κίνημα arts & crafts
1879 O Τόμας ΄Εντισον ανακαλύπτει το ηλεκτρικό ρεύμα
1883 Στο Σικάγο, ξεκινάει η ανέγερση του 10ώροφου Home Insurance Building, το πρώτο κτίριο που κατασκευάχεται με την τεχνολογία του ουρανοξύστη
1884 Στις Βρυξέλλες, εμφανίζεται για πρώτη φορά ο όρος "art nouveau", για να περιγράψει την ομάδα των Βέλγων Καλλιτεχνών "Les XX."
Στο Λονδίνο λειτουγεί το πρώτο μετρό

1889 Κτίζεται ο Πύργος του Άιφελ για την Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι

1892 Ιδρύεται στη Νέα Υόρκη η Εταιρεία Tiffany Glass & Decorating.

1893 Στη Μ. Βρετανία, ο Aubrey Beardsley εμφανίζεται ως σχεδιαστής στο πρώτο τεύχος του περιοδικού The Studio.

Ο Henri de Toulouse-Lautrec ζωγραφίζει την Jane Avril στους κήπους του Παρισιού.
Στις Βρυξέλλες, ο Victor Horta σχεδιάζει το Tassel House.

Στο Σικάγο, πραγματοποιείται η Διεθνής Έκθεση Columbia. Οι Adler and Sullivan σχεδιάζουν το Transportation Building.

Στη Ν.Ζηλανδία, πρώτη χώρα που αγκαλιάζει το κίνημα των σουφραζετών, οι γυναίκες κερδίζουν το δικαίωμα ψήφου. Στο Βέλγιο, το παγκόσμιο γυναικείο κίνημα καταξιώνεται

1894 Στο Παρίσι, ο Hector Guimard σχεδιάζει το Castel Béranger.
Ο Claude Debussy ολοκληρώνει το έργο του, "L'après-midi d'une faune".

1895 Στο Παρίσι, ο Siegfried Bing ανοίγει την Γκαλερί του, "L'Art Nouveau".

Ο Louis Comfort Tiffany εκθέτει στο άνοιγμα της γκαλερί "L'Art Nouveau".

Οι αδελφοί Lumière ανεβάζουν την πρώτη κινηματογραική ταινία, "εργάτες που φεύγουν από το εργοστάσιο"

1897 Στη Γλασκώβη, οι Charles Rennie Mackintosh και George Walton, σχεδιάζουν τα καφέ της οδού Buchanan

Στη Διεθνή ΄Ρκθεση των ΒΡυξελλών, οι Henry van de Velde και Victor Horta παρουσιάζουν το έργο τους.

1898 Στη Βιέννη, ο Josef Olbrich σχεδιάζει το κτίριο Secession

Ο Gustav Klimt ζωγραφίζει την "Παλλάδα Αθηνά"

Στο Τορίνο, πραγματοποιείται Έκθεση της Ιταλικής διακοσμητικής τέχνης

1899 Στο Λονδίνο, το Μουσείο South Kensington μετονομάζεται στο πασίγνωστο σήμερα Victoria and Albert Museum.

Στο Παρίσι, ο Hector Guimard σχεδιάζει το Castel Henriette.

Ο René Lalique σχεδιάζει το περίφημο κόσμημά του, Dragonfly woman

1900 Στο Παρίσι, οι Loïe Fuller Pavilion, Pavilion Bing, και άλλοι καλλιτέχνες της Art Nouveau θριαμβεύουν στη Διεθνή Έκθεση.

Ανοίγει το μετρό του Παρισιού με τις εκπληκτικές εισόδους του, σχεδιασμένες από τον Hector Guimard

Ο Sigmund Freud, δημοσιεύει το βιβλίο του, "Ερμηνεία των Ονείρων"

1901 Στο Nancy, ο Émile Gallé εκλέγεται πρώτος Πρόεδρος της Σχολής του Νανσύ

1903 Οι Αμερικανοί Wilbur και Orville Wright πραγαμτοποιούν την πρώτη επανδρωμένη πτήση στο Kitty Hawk.

Ο Pierre και η Marie Curie κερδίσουν το Νόμπελ για την ανακάλυψη του Ράδιου.

1905 Ο Albert Einstein αναπτύσσει τη θεωρία της σχετικότητας
Έκθεση στο Salon d'automne από καλλιτέχνες που αυτοαποκαλούνται "les fauves."

1906 Στη Βαρκελώνη, ο Antoní Gaudí σχεδιάζει την Casa Milá.

1907 Στο Σικάγο, ο Frank Lloyd Wright σχεδιάζει το Robie House.

1910 Στην Biennale της Βενετίας συμμετέχει ο Gustav Klimt.

1913 Στην Πράγα, ο Jan Kotêra ιδρύει την Ένωση Τσέχων Καλλιτεχνών
Ο Igor Stravinsky, παρουσιάζει το έργο του, "Le sacre du printemps"

1914 Η δολοφονία του Φερδινάρδου πθροδοτεί την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.



Κυριώτεροι εκπρόσωποι της Art Nouveau:

Βρετανία:



















Walter Crane (1845 - 1915, Σχεδιαστής και εικονογράφος






Arthur Heygate Mackmurdo (1851 – 1942), προοδευτικός αρχιτέκτονας και σχεδιαστής





Sir Arthur Lasenby Liberty (1843 – 1917), ιδρυτής της Εταιρείας Liberty & Co




Charles Robert Ashbee (1863–1942), σχεδιαστής και επιπλοποιός






Aubrey Vincent Beardsley (1872 – 1898), εικονογράφος και συγγραφέας.







Charles Rennie Mackintosh (1868 – 1928), Σκώτος Αρχιτέκτονας, σχεδιαστής και ακουαρελίστας.




Βέλγιο, Ελβετία, Γαλλία


Théophile Alexandre Steinlen (1859 – 1923), Ελβετός ζωγράφος και καλλιτέχνης αφίσσας.






Alphonse Maria Mucha (1860 – 1939) Τσέχος ζωγράφος, διακοσμητής και καλλιτέχνης αφίσας, από τους κυριώτερους εκπρόσωπους της art nouveau







Victor, Baron Horta (1861 - 1947) Βέλγος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής





Henry Clemens Van de Velde (1863 – 1957) Βέλγος ζωγράφος, αρχιτέκτονας και διακοσμητής






Paul Hankar (1859 - 1901) Βέλγος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής που μαζί με τους Horta και Van de Velde, αποτελούν τους κυριώτερους εκπρόσωπους της art nouveau στις Βρυξέλλες





Hector Guimard (1867 - 1942) αρχιτέκτονας, από τους σημαντικότερους του κινήματος της Γαλλικής art nouveau






Émile Gallé (1846 – 1904) καλλιτέχνης γυαλιού και επιπλοποιός, από τους πιο διάσημους εκπροσώπους του κινήματος στη Γαλλία








Henri Marie Raymond de Toulouse-Lautrec-Monfa ή απλά, Henri de Toulouse-Lautrec(1864 – 1901), Γάλλος ζωγράφος, καλλιτέχνης αφίσας και εικονογράφος






Louis Majorelle (1859 – 1926) Γάλλος διακοσμητής και σχεδιαστής επίπλων της Σχολής του Νανσύ






Jacques Grüber (1870 - 1936) γλύπτης και καλλιτέχνης βιτρό





Henri Sauvage (1873 – 1932) Γάλλος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής









Jules Chéret (1836 – 1932) Γάλλος ζωγράφος και λιθογράφος, πατέρας της σύγχρονης αφίσας







Eugène Samuel Grasset (1845 – 1917) Ελβετός καλλιτέχνης και σχεδιαστής από τους πρώτους εκπροσώπους της art nouveau





Maurice Denis (1870 – 1943) Γάλλος ζωγράφος και συγγραφέας




Ισπανία


Antoni Plàcid Guillem Gaudí i Cornet, ή Antonio Gaudí(1852–1926) Καταλανός αρχιτέκτονας




Αυστρία


Gustav Klimt (1862 – 1918) συμβολιστής ζωγράφος







Koloman Moser (1868 – 1918) διάσημος γραφίστας, έχει σχεδιάσει από βιβλία και γραμματόσημα μέχρι βιτρό, κοσμήματα και έπιπλα επηρεάζοντας μέχρι κια σήμερα την τέχνη της γραφιστικής






Josef Hoffmann (1870 – 1956) αρχιτέκτονας και σχεδιαστής






Joseph Maria Olbrich (1867–1908) αρχιτέκτονας





Γερμανία


Hermann Obrist (1863 – 1927) Γλύπτης και σχεδιαστής





August Endell (1871 - 1925) αρχιτέκτονας



Δανία


Hendrik Petrus Berlage (1856 — 1934), αρχιτέκτονας





Jean Theodoor Toorop (1858 – 1928) ζωγράφος της τάσης του Συμβολισμού





Ηνωμένες Πολιτείες


Κεραμική Rookwood, Cincinnati





Louis Comfort Tiffany (1848 – 1933) καλλιτέχνης και σχεδιαστής ιδιαίτερα γνωστός για την τέχνη σε γυαλί






Louis Henri Sullivan (1856 – 1924) αρχιτέκτονας, πατέρας του "μοντερνισμού", μέντορας του Frank Lloyd Wright





Frank Lloyd Wright (1867 – 1959) αρχιτέκτονας, σχεδιαστής εσωτερικών χώρων, στγγραφέας και καθηγητής. Εκπόνησε πάνω από 1000 μελέτες από τις οποίες, οι 500 περίπου υλοποιήθηκαν